Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Ομιλία Βουλευτή Γιώργου Περδίκη στην Ολομέλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων, Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017



Ο περί Ίδρυσης Οργανισμού Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας Νόμος του 2016.
(Αρ. Φακ. 23.01.057.149-2016).

Οι περί Ίδρυσης Οργανισμού Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας (Γενικοί) Κανονισμοί του 2017.
(Αρ. Φακ. 23.03.054.031-2017).

Ο περί Γενικού Συστήματος Υγείας (Τροποποιητικός) Νόμος του 2016.
(Αρ. Φακ. 23.01.057.148-2016).


Κυρίες και κύριοι,

Τα αδιέξοδα και οι τραγικές ιστορίες που ζούμε τα τελευταία χρόνια στον τομέα της Υγείας, οφείλονται στη διαχρονική εμπορευματοποίηση της υγείας και την κερδοσκοπική φιλοσοφία που κυριαρχεί, δυστυχώς και σε αυτό τον τομέα της ζωής μας. Ικανοποιούνται μεμονωμένα συμφέροντα – οικονομικά, συνδικαλιστικά, ωφελιμιστικά – αλλά η δημόσια υγεία οδηγείται σε οδυνηρά επίπεδα. Οι πολιτικά υπεύθυνοι μέχρι σήμερα  δεν ήταν σε θέση να δείξουν πρωτοποριακό πνεύμα με στόχο τη δίκαιη ιατρική περίθαλψη με τη βιώσιμη χρήση των διαθέσιμων οικονομικών πόρων.

Πρέπει να δημιουργηθεί ένα Γενικό Σύστημα Υγείας που να  φροντίζει τον άνθρωπο αλλά και τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζει, με σκοπό τη μείωση και τελικά το ξεπέρασμα της κοινωνικής ανισότητας και την παροχή αξιόπιστης φροντίδας για όλους τους ανθρώπους ανεξαίρετα.

Το Γενικό Σύστημα Υγείας πρέπει να εργάζεται δίχως οικονομικό κέρδος, αλλά να είναι βιώσιμο, να είναι σε θέση να φροντίζει και τους αδύναμους και τους άπορους και να μπορεί να λειτουργεί πραγματικά αποτελεσματικά με το χαμηλότερο δυνατό κόστος, να παράγει δηλαδή κοινωνικό πλούτο και όχι χρηματικά κέρδη.

Το Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών θα ψηφίσει υπέρ των νομοσχεδίων που ανοίγουν το δρόμο για την αυτονόμηση των δημόσιων νοσοκομείων και την εφαρμογή – επιτέλους – του Γενικού Συστήματος Υγείας.

Η ανάγκη για εκσυγχρονισμό των συστημάτων παροχής υπηρεσιών υγείας στη χώρα μας, είχε διαπιστωθεί από καιρό. Δυστυχώς για πολλούς και διάφορους λόγους, η κατάσταση στη διάθρωση των συστημάτων της δημόσιας υγείας στην Κύπρο, στηριζόταν στο πρότυπο που είχε θεσπίσει πριν από εκατό χρόνια η αποικιοκρατική διοίκηση.

Το 2001 εγκρίθηκε – επιτέλους – ο περί Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμος. Έχουν περάσει από τότε δεκαέξι χρόνια. Ξοδεύτηκαν εκατομμύρια ευρώ σε μελέτες, εργατοώρες και μισθούς στον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας.

Οι κυβερνήσεις και οι Υπουργοί έρχονταν και παρέρχονταν, νομοσχέδια ψηφίστηκαν, έρευνες και μελέτες γίνονταν αλλά καμία ουσιαστική πρόοδος σημειώθηκε όλα αυτά τα χρόνια. Σημειώστε ότι ούτε το μνημόνιο και η Τρόικα μπόρεσαν να επιβάλουν την προώθηση του Γενικού Συστήματος Υγείας.

Αυτό που έλειπε ήταν η πολιτική βούληση και η κοινωνική απαίτηση.

Όλοι λίγο πολύ συμφωνούσαν ότι χρειαζόμαστε ένα σύγχρονο, ασθενοκεντρικό, αλληλέγγυο και βιώσιμο ΓΕΣΥ, αλλά κανένας φαίνεται δεν συμφωνούσε τόσο πολύ ώστε να έρθει σε απευθείας σύγκρουση με τα εμπλεκόμενα συμφέροντα.

Και κακά τα ψέματα.

Υπήρχαν – και υπάρχουν – εμπλεκόμενα και αντίθετα συμφέροντα.

Τα τελευταία χρόνια η κατάσταση κοινωνικής κρίσης που ζει ο λαός μας, επιδείνωσαν την κατάσταση στη δημόσια υγεία. Ένας μεγάλος αριθμός ασθενών στράφηκε στα δημόσια νοσηλευτήρια. Πρόκειται για ασθενείς που δεν είναι πλέον μόνο οι δικαιούχοι συνταξιούχοι και κυβερνητικοί, αλλά και ασθενείς που προέρχονται από τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα του λαού.

Η κρίση στην κοινωνία, έφερε επιδείνωση της κατάστασης στη δημόσια υγεία. Και όπως συμβαίνει συχνά, η κρίση οδηγεί σε λύση.

Οι δραματικές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες για την υγεία, τα τελευταία χρόνια, είχαν αλυσιδωτές επιπτώσεις στις παροχές υγείας: Το προσωπικό εξαντλήθηκε αριθμητικά και ποιοτικά. Οι υποδομές γέρασαν και φθάρηκαν. Οι αποστολές στο εξωτερικό περιορίστηκαν, όλα στο όνομα της αναγκαίας εξοικονόμησης και της πολυδιαφημιζόμενης στόχευσης.

Τελικά η ίδια η κοινωνία συνειδητοποίησε ότι χρειαζόμαστε όντως – όχι ως σύνθημα αλλά ως ζωτική ανάγκη – ένα ασθενοκεντρικό, αλληλέγγυο, βιώσιμο και σύγχρονο Γενικό Σύστημα Υγείας.

Η παρούσα Κυβέρνηση συνειδητοποίησε αυτήν την αλήθεια. Παρά τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις συμφερόντων - που ακόμα διατρέχουν οριζόντια, κάθετα και διαγώνια την κυβερνητική παράταξη - ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατανόησε τη μεγάλη σημασία της επίτευξης συμφωνίας με τις πολιτικές δυνάμεις, προκειμένου να προχωρήσει απρόσκοπτα η νομοθετική κατοχύρωση του επόμενου βήματος στην πορεία για ένα Γενικό Σύστημα Υγείας.

Πρέπει να πιστώσουμε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στον Υπουργό Υγείας τη συμφωνία της πολιτικής ηγεσίας της 21/7/2016. Στη σύσκεψη εκείνη συμφωνήθηκε:

  1. Να προωθηθεί και να εφαρμοστεί Γενικό Σχέδιο Υγείας στη βάση των μελετών και σχεδιασμών του Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας.
  2. Η αυτονόμηση των δημοσίων νοσηλευτηρίων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση ως αναπόσπαστο κομμάτι των σχεδιασμών.
  3. Η ψήφιση των νομοσχεδίων για αυτονόμηση των νοσηλευτηρίων και η εφαρμογή του ΓΕΣΥ να γίνουν ταυτόχρονα και η σταδιακή εφαρμογή στη βάση χρονοδιαγραμμάτων που θα καθοριστούν.
  4. Εξίσου απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ολοκλήρωση το συντομότερο δυνατόν της διαδικασίας κατακύρωσης του διαγωνισμού  για το λογισμικό του ΟΑΥ.
  5. Παράλληλα θα συνεχιστεί η προσπάθεια επίλυσης ή απάμβλυνσης των καθημερινών προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο τομέας της δημόσιας Υγείας και οι ασθενείς στα δημόσια νοσηλευτήρια.
  6. Ο διάλογος Κυβέρνησης – κομμάτων θα συνεχιστεί προκειμένου να καταλήξουν σε τελικές αποφάσεις.

Σε εκείνη τη συνάντηση ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έδωσε τέρμα στη συζήτηση / αντιπαράθεση για τη μορφή του Γενικού Συστήματος Υγείας, υιοθετώντας τη θέση κάποιων κομμάτων – μεταξύ των οποίων και του δικού μας Κινήματος – για ένα και καθολικό σύστημα.

Δυστυχώς μέχρι πριν λίγες μέρες οργανωμένα συμφέροντα, πολιτικές δυνάμεις ακόμα και Υπουργοί πάλεψαν ενάντια σε αυτήν την πολιτική δέσμευση – πλαίσιο. Ακούσαμε για «μίνι-ΓΕΣΥ», ακούσαμε για «μερικό ΓΕΣΥ», ακούσαμε για Ιούδες…

Ευτυχώς η οργανωμένη αντίδραση των ιδίων των ασθενών και η στάση του Υπουργού Υγείας κ. Παμπορίδη, αλλά και η δική μας αμετάθετη υποστήριξη σε ένα καθολικό, μονοασφαλιστικό και αλληλέγγυο ΓΕΣΥ, έχουν αποτρέψει και ανατρέψει κάθε πονηρό σχέδιο.

Πέραν της υποστήριξης της ιδέας για μονοασφαλιστικό σύστημα – όπως συμφωνήθηκε και στη σύσκεψη στο Προεδρικό την 21η Ιουλίου 2016 – με το πέρας της απαραίτητης αρχικής περιόδου, το σύστημα  πιθανόν να μετεξελιχθεί σε μια πιο φιλελεύθερη μορφή, όπου θα δίδεται η ευελιξία επιλογής ασφαλιστικού φορέα και από τον ιδιωτικό τομέα.

Το κράτος βέβαια πρέπει να συνεχίσει να έχει την ευθύνη διασφάλισης της εφαρμογής του συστήματος, λειτουργώντας ως ανεξάρτητη Εποπτική Αρχή, δηλαδή να έχει την ευθύνη της παρακολούθησης των δεικτών αποτελεσματικότητας και την εφαρμογή των πρωτοκόλλων.

Στο σημείο αυτό θα μου επιτρέψετε να αναφερθώ στο πιο πρόσφατο περιστατικό με τη δημόσια τοποθέτηση του Συνδέσμου Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου κατά του ΓΕΣΥ και των πολιτικών κινημάτων που το υποστηρίζουν.

Κατανοούμε την αντίδραση του Συνδέσμου, τα μέλη του οποίου θα δουν πιθανώς να μειώνεται ο κύκλος εργασιών τους, λόγω του υπό ψήφιση νόμου, ωστόσο οφείλουμε να τους υπενθυμίσουμε πως θεμελιώδης κανόνας των σύγχρονων δημοκρατιών, είναι η ισότητα μεταξύ των πολιτών. Την ισότητα αυτή, με την καθολική πρόσβαση των πολιτών σε δημόσιες υπηρεσίες υγείας, έρχεται να θεσμοθετήσει ο νόμος για το ΓΕΣΥ, παρά τις όποιες αδυναμίες του.

Η εφαρμογή ενός σχεδίου υγείας για όσους έχουν την οικονομική άνεση να χρησιμοποιούν  τα ιδιωτικά νοσηλευτήρια, ή ακόμη και τους γιατρούς στο εξωτερικό μπορεί να θεωρηθεί περιττή. Προσωπικά εγώ, αλλά και το  Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών θεωρούμε ότι είναι  θέμα όχι μόνο δημόσιας υγείας, αλλά και θέμα δημοκρατίας η άμεση εφαρμογή ενός βιώσιμου  και αποτελεσματικού σχεδίου υγείας.

Εμείς εξ’ αρχής είχαμε εκφράσει την τεκμηριωμένη διαφωνία μας, με τις θέσεις του ΣΑΕΚ, υπερασπιζόμενοι το δικαίωμα όλων των Κυπρίων, ανεξαρτήτως του εισοδήματός τους, να έχουν πρόσβαση στο αυτονόητο αγαθό της Υγείας.

Θεωρούμε αδιανόητο και πολιτικά ανέντιμο εκ μέρους του ΣΑΕΚ να κατηγορεί όλα τα κόμματα για παρασκηνιακές επαφές και σκοτεινούς σχεδιασμούς. Ο ΣΑΕΚ επειδή φαίνεται δεν κατάφερε να χρησιμοποιήσει κάποια πολιτικά κόμματα ως δούρειους ίππους του, στρέφεται συλλήβδην εναντίον όλων των κομμάτων.

Στο παιχνίδι του Ιούδα αυτά τα δεκαέξι χρόνια, εμείς δεν παίξαμε ούτε καν ως κομπάρσοι. Κι αυτό καλό είναι να το ξέρουν – αλλά και να σημειώσουν όλοι – σε αυτήν την αίθουσα αλλά και στην κοινωνία.

Σήμερα είναι το τέλος της αρχής στο μακρύ δρόμο για την εφαρμογή ενός Γενικού Συστήματος Υγείας όπως εμείς – και ο κάθε απλός πολίτης αυτής της χώρας – οραματίζεται.

Δεν υποστηρίζουμε ότι πετύχαμε το τέλειο. Υπάρχουν πολλά κενά και παραλείψεις. Έχουν γίνει συμβιβασμοί. Οι συνδικαλιστικές απαιτήσεις, τα δικαιώματα των εργαζομένων, η διασφάλιση των ισότιμων συνθηκών εργασίας, βρίσκονται σε ασαφές πλαίσιο. 

Δεν υπάρχουν εκείνες οι διασφαλίσεις που να αποτρέπουν τον μαρασμό των δημόσιων υποδομών υγείας, την αποξένωση και εν τέλει τη δημιουργία επικίνδυνων ιδιωτικών μονοπωλίων.

Δεν διασφαλίζεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι δημόσιες υποδομές υγείας θα αντέξουν στο διηνεκές τον ανταγωνισμό του ιδιωτικού τομέα.

Αλλά εμείς δεν θα σταθούμε σ’ αυτό. Κοιτάζοντας το μέλλον διακρίναμε μια σειρά από αναγκαιότητες (και ίσως και ελλείψεις), για τις οποίες έχουμε καθήκον να αναφερθούμε:

1.       Πρωτοβάθμια περίθαλψη
·               Έχουμε την άποψη ότι ο υφιστάμενος αριθμός των ειδικών Γενικών Ιατρών στην Κύπρο ίσως να είναι ανεπαρκής για να καλύψει πλήρως την πρωτοβάθμια περίθαλψη. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να επαναπροσδιοριστούν τα κριτήρια εφαρμογής του θεσμού του Προσωπικού Ιατρού ως «θυροφύλακα» του ΓΕΣΥ.
·               Όπως ισχύει και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, θα πρέπει να τονιστεί η σημαντικότητα και ο ρόλος των ιατρών πρωτοβάθμιας περίθαλψης στην πρόληψη και προαγωγή της υγείας, μέσω της διεξαγωγής εξειδικευμένων προληπτικών και ανιχνευτικών προγραμμάτων υγείας  ανά ηλικιακή ομάδα και στη βάση των πληθυσμιακών και επιδημιολογικών δεδομένων και αναγκών καθώς και ουσιαστικής ενημέρωσης και διαπαιδαγώγησης των ασθενών.
·               Σημειώνεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για αποφυγή πιθανής κατάχρησης και εκμετάλλευσης του Συστήματος αποτελεί η διασφάλιση της κατάλληλης υποδομής και διαδικασιών καθώς και η συνεχής και ενδελεχής παρακολούθηση του Συστήματος από τις αρμόδιες αρχές μέσω ηλεκτρονικού συστήματος παρακολούθησης.
2.       Διαχείριση Χρόνιων Σπάνιων και Εξειδικευμένων Παθήσεων
     Βάσει των πρακτικών που εφαρμόζονται στο εξωτερικό, για διαχείριση χρόνιων, σπάνιων και εξειδικευμένων παθήσεων, προτείνεται η μετεξέλιξη συγκεκριμένων νοσηλευτηρίων και κλινικών σε «Κέντρα Αναφοράς». Τέτοια περίπτωση μπορεί να είναι η κλινική τραύματος ή η κλινική νωτιομυελικών κακώσεων.
     Με τη δημιουργία «Κέντρων Αναφοράς» αναμένεται η αποτελεσματική διαχείριση των χρόνιων, σπάνιων και εξειδικευμένων παθήσεων, που εξυπακούουν υψηλό κόστος θεραπείας και εξειδίκευση, καθώς θα είναι στελεχωμένα με εξειδικευμένο προσωπικό, τόσο από την εγχώρια όσο και από τη διεθνή αγορά εργασίας, και τον κατάλληλο τεχνολογικό και ιατρικό εξοπλισμό.
     Για σπάνιες ή εξειδικευμένες ασθένειες όπου δεν υπάρχει σχετική τεχνογνωσία και εξειδίκευση στην Κύπρο, προτείνεται όπως υπάρχει η ευελιξία για μεταφορά του ασθενή στο εξωτερικό σε ανάλογο «Κέντρο Αναφοράς», το κόστος το οποίο θα πρέπει να καλύπτεται από το Σύστημα Υγείας.
     Σημειώνεται ότι για διαχείριση και περίθαλψη των χρόνιων, σπάνιων ή εξειδικευμένων παθήσεων, λόγω του υψηλού κόστους περίθαλψης που εμπεριέχουν, προτείνεται η αποκλειστική χρηματοδότηση και οικονομική στήριξη από το κράτος και το Γενικό Σύστημα Υγείας.
3.      Αναβάθμιση των υπηρεσιών θεραπείας του καρκίνου.
      Πέραν της ανάγκης για δημιουργία κρατικών θεραπευτικών ογκολογικών κέντρων στα Γενικά Νοσοκομεία Λευκωσίας και Λεμεσού, επιβάλλεται η δημιουργία κέντρων κλινικών ερευνών για τον καρκίνο και κέντρων ανοσοθεραπείας του καρκίνου.
4.      Προτείνουμε τη δημιουργία Διεύθυνσης Φαρμακευτικών Μελετών και Έρευνας και Τομέα Κλινικών Δοκιμών στο Υπουργείο Υγείας.
5.      Να προωθηθεί η θεσμοθέτηση πιστοποιητικών ποιότητας από Διεθνή Συστήματα Πιστοποίησης και Διαπίστευσης Υπηρεσιών Υγείας.
6.      Κατοχύρωση, θεσμοθέτηση και συμπερίληψη στο ΓΕΣΥ των εναλλακτικών θεραπειών όπως ομοιοπαθητική, βελονισμός, εργασιοθεραπεία κ.ο.κ.
7.      Νομιμοποίηση της ιατρικής κάνναβης κατά τρόπο δίκαιο και προσιτό στους ασθενείς.
8.      Ευρύτερη κάλυψη από το ΓΕΣΥ των οδοντιατρικών υπηρεσιών.
9.      Εκσυγχρονισμός των παροχών υγείας στην ύπαιθρο και σε απομακρυσμένες περιοχές. Ενίσχυση των μονάδων ασθενοφόρων και σταθμών πρώτων βοηθειών.
10.   Εισαγωγή των συστημάτων ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, αντιμετώπιση του προβλήματος της γραφειοκρατίας και των χαμένων φακέλων.
11.   Οριστικοποίηση των ιατρικών πρωτοκόλλων και ποσοτικοποίηση / κοστολόγηση των ιατρικών πράξεων, πάντα υπό τον έλεγχο των δημοσίων φορέων που περιγράψαμε πιο πάνω.
12.   Διαφάνεια και απόδοση ευθυνών όταν προκύπτουν προβλήματα και κακές ιατρικές πρακτικές. Πρέπει να αναβαθμιστεί το νομοθετικό πλαίσιο που αφορά την απόδοση ιατρικής αμέλειας (medical malpractice) και να εξασφαλιστεί η υποχρεωτική ασφάλιση των ιατρών έναντι ιατρικής αμέλειας.
13.   Συμπερίληψη στο ΓΕΣΥ των πολιτικών πρόληψης μέσω της αντιμετώπισης των περιβαλλοντικών και διατροφικών κινδύνων.

Στη δική μας την αντίληψη το ΓΕΣΥ πρέπει να είναι η συλλογική κατάθεση μέρος του ιδιωτικού πλούτου για την επίτευξη ενός καθολικού οφέλους. Αυτό το όφελος είναι η Υγεία. Όραμα μας είναι το ΓΕΣΥ να εξελιχθεί στο μέλλον, στην πλατφόρμα εκείνη μέσα από την οποία θα εφαρμόζεται μια ολιστική αντιμετώπιση της Υγείας, όχι μόνο ως ζήτημα θεραπείας αλλά κυρίως ως ζήτημα πρόληψης και αποφυγής.

Διότι όπως είπε και ο πατέρας της Ιατρικής «Κάλλιον του θεραπεύειν το προλαμβάνειν».

Κυρίες και κύριοι,

Σήμερα κάνουμε ένα δεύτερο – πολύ καθυστερημένο – βήμα μιας μακριάς πορείας προς ένα Γενικό Σύστημα Υγείας. Η πολιτική βούληση που επιδεικνύουμε σήμερα, πρέπει να έχει διάρκεια, συνέχεια, πρόγραμμα και στοχοπροσήλωση.

Πρέπει να τεθούν, μέσα σε πνεύμα συναίνεσης και συμφωνίας, δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα. Πρέπει η συμφωνία του Ιουλίου 2016 να τηρηθεί χωρίς παρέκκλιση. Θέλουμε τα καθημερινά προβλήματα στα δημόσια νοσηλευτήρια να λύνονται καθώς θα ψηφίζονται νομοσχέδια, θα γίνονται μελέτες και θα κλείνουν συμφωνίες με το προσωπικό.

Για να γίνουν όλα αυτά χρειάζεται πολιτική βούληση, μεταφραζόμενη σε δαπάνες. Με αυτή την έννοια φρονώ ότι ο προϋπολογισμός για το 2018 θα είναι το επόμενο κομβικό σημείο αυτής της πορείας.

Εκεί θα κριθούμε, ξανά.

Εύγε κύριε Υπουργέ για το πείσμα, την επιμονή και την στοχοπροσήλωση. Δίκαια πιστώνεστε αυτήν τη θετική εξέλιξη. Θα τα ξαναπούμε στον προϋπολογισμό του 2018.




Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Ομιλία Βουλευτή Γιώργου Περδίκη στην Ολομέλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων, Παρασκευή 7 Απριλίου 2017



«Ο περί Κοινοτικών Σχολείων Μέσης Εκπαίδευσης, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 3(2) και 4 του περί Μεταβιβάσεως της Ασκήσεως των Αρμοδιοτήτων της Ελληνικής Κοινοτικής Συνελεύσεως και της Ιδρύσεως του Υπουργείου Παιδείας Νόμου, (Τροποποιητικός) Νόμος του 2017»

(Πρόταση νόμου των κ. Κυριάκου Χατζηγιάννη, Γεώργιου Κάρουλλα και Αννίτας Δημητρίου εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού)

(Αρ. Φακ. 23.02.058.023-2017)

https://www.facebook.com/greenpartycy/videos/710822655765223/

Κυρίες και κύριοι,

Δεν θεωρώ τον εαυτό μου ικανό και δεν θέλω να είμαι αυτός  που θα μοιράσει σήμερα πιστοποιητικά εθνικοφροσύνης και πατριωτισμού. Όσο πιο νηφάλια μπορώ, θα προσπαθήσω να θέσω την άποψη του Κινήματος Οικολόγων- Συνεργασία Πολιτών επί της πρότασης του Δημοκρατικού Συναγερμού και ότι αυτή συνεπάγεται.

Κατά την άποψη μας η πρόταση του ΔΗΣΥ, επί της αρχής αλλά και λαμβάνοντας υπόψη το πολιτικό περιβάλλον, είναι ως ακατάλληλη και απορρίπτεται.

Πρώτον γιατί αποτελεί πάγια πολιτική μας θέση ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν πρέπει να παραχωρεί κεκτημένα της δικαιώματα, στην εκτελεστική εξουσία. Αξίζει να σας θυμίσω ότι ακόμα και σε συνθήκες μνημονίου καταφέραμε να διατηρήσουμε την δημοκρατική αρχή ότι η χώρα μας δεν μπορεί να κυβερνάται με υπουργικά διατάγματα. Σε αυτή τη θέση είχαμε την ευτυχία να βρίσκουμε μόνιμο σύμμαχο την Αριστερά, η οποία σήμερα οφείλει να δώσει βεβαίως εξηγήσεις για την αλλαγή στάσης και πολιτικής συμπεριφοράς. Κάποιοι, χωρίς βεβαίως να το ερευνήσουν, διατείνονται ότι μόνο στην Κύπρο αποφασίζονται τα θέματα των εγκυκλίων και των σχολικών εορτών από τη Βουλή. Ακόμα και να ισχύει αυτό, θα πρέπει να θυμούνται, όσοι προβάλλουν αυτό το επιχείρημα, ότι στην Κύπρο, συνταγματικά, ισχύει μία ιδιότυπη κατάσταση. Η αρμοδιότητα της Παιδείας των Ελληνοκυπρίων ανήκει στην Κοινοτική Συνέλευση των Ελληνοκυπρίων και όχι του «ανύπαρκτου»- κατά το Σύνταγμα- Υπουργείου Παιδείας. Είναι γνωστό ότι το 1964 στη βάση της επίκλησης του δικαίου της ανάγκης, οι εξουσίες της Κοινοτικής Συνέλευσης είχαν παραχωρηθεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Το περίεργο σε αυτή την υπόθεση είναι ότι οι πρόνοιες της συμφωνίας για το Κυπριακό που με τόσο πάθος προωθούν ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, διαιωνίζει την ίδια αυτή κατάσταση, αφήνοντας στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κοινοτήτων τα θέματα της Παιδείας. Συνεπώς, το πνεύμα της πρότασης του ΔΗΣΥ, εκτός της πιθανής αντισυνταγματικότητας (την οποία δεν απέκλεισε με την προχθεσινή του επιστολή προς τη Βουλή των Αντιπροσώπων ο Γενικός Εισαγγελέας) βρίσκεται σαφώς εκτός της φιλοσοφίας της επιδιωκόμενης λύσης του Κυπριακού.

Διότι αφαιρεί από το Κοινοβούλιο που σήμερα ενεργεί ως Κοινοτική Συνέλευση την αρμοδιότητα να αποφασίζει για την παιδεία των Ελληνοκυπρίων, μεταφέροντας την εξουσία στα χέρια του Υπουργού.

Από αυτή την άποψη η πρόταση του ΔΗΣΥ είναι συνταγματικά και νομικά επιλήψιμη, τόσο με βάση τα ισχύοντα από το Σύνταγμα του 60 όσο και με βάση όσα αναμένεται να ισχύσουν στο μέλλον που μας προετοιμάζουν ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ.

Αλλά για εμάς το θέμα δεν είναι συνταγματικό ή νομικό. Είναι κυρίως πολιτικό, θα έλεγα μάλλον είναι βαθιά πολιτικό.

ΜΙια ξέβαθη πολιτική ανάλυση λέει ότι αφού έγινε ένα λάθος, που έδωσε την αφορμή και την πρόφαση στην Τουρκία να παγώσει τις διαπραγματεύσεις, τότε δεν μας μένει τίποτε άλλο από την αναίρεση του λάθους, για να έχουμε επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. 

Εδώ είναι που χρειάζεται η πολιτική εμβάνθυνση. Και ερωτώ; Πού βρίσκονταν οι διαπραγματεύσεις πριν κλείσει την πόρτα ο Πρόεδρος Αναστασιάδης για να πάει για τσιγάρο, για να βρει ο Ακιντζί την ευκαιρία να διολισθήσει (ή να «γλιάσει» κατά το κυπριακό) και να δραπετεύσει από την αίθουσα των διαπραγματεύσεων. Πού βρίσκονταν οι διαπραγματεύσεις;

Στο απόλυτο τέλμα με ευθύνη των Τούρκων. Ήταν οι Τούρκοι που εγκατέλειψαν την Γενεύη (κι ας κάποιοι εξ’ ημών κατηγορούσαν τον Νίκο Κοτζιά), είναι οι Τούρκοι που δεν κατέθεσαν προτάσεις στο Μοντ Πελεράν (3), είναι οι Τούρκοι που έφεραν στο προσκήνιο τις τέσσερις διασυνοριακές ελευθερίες για τους Τούρκους υπηκόους κ.ο.κ.

Μάθαμε επίσης τις προάλλες ότι την ίδια ώρα που τάχα συνομιλούσαν, έδιναν υπηκοότητες του ψευδοκράτους σε 7000 Τούρκους εποίκους, έδιωχναν τις ομάδες της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΔΝΤ που ήρθαν να μελετήσουν την κατάσταση των τραπεζών που λειτουργούν στα καταεχόμενα και τα δημοσιονομικά του ψευδοκράτους και προετοιμάζαν την ηλεκτρική σύνδεση του ψευδοκράτους με την Τουρκία.

Ξέρετε ότι την Τρίτη 11/4 που θα «επαναρχίζουν» τάχα οι διαπραγματεύσεις η Τουρκία έχει δεσμεύσει με NAVTEX περιοχή βορειοδυτικά του Ακρωτηρίου Ακάμα για ασκήσεις με πραγματικά πυρά; (*Ανακοίνωση Τουρκικού ΥΠΕΞ).

Αυτό είναι το πολιτικό περιβάλλον των διαπραγματεύσεων. Δεν θα καταγράψω – λόγω έλλειψης χρόνου – το υπόλοιπο των γεωστρατηγικών δεδομένων της περιοχής μας που αφορούν την Τουρκία, ούτε όσα αφορούν την ίδια την Τουρκία. Υπολογίζουμε ποτέ, με ποια Τουρκία διαπραγματευόμαστε, και ποιο είναι το διακύδευμα αυτών των συνομιλιών; Μας ζητούν κάποιοι να καταπιούμε την προσβολή, να υποκύψουμε στον εκβιασμό του Ακιντζί και να ψηφίσουμε την πρόταση του ΔΗΣΥ, (διότι αυτό μας ζητά ο Ακιντζί πολύ συγκεκριμένα και ονομαστικά).

Και διερωτάται κανείς βάσιμα: Για ποιες συνομιλίες και ποιές διαπραγματεύσεις; Να υποκύψουμε, να κάνουμε τα πικρά – γλυκά, για χάριν της λύσης, μας λένε. Μα πού είναι η λύση; Ας είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό και την ιστορία μας: Η λύση του Κυπριακού, βρίσκεται συντετριμμένη κάτω από τόνους Τουρκικής αδιαλλαξίας, που δεν πρόκειται να αρθούν, με τις δικές μας υποχωρήσεις. 

Το «σφάξε με αγά μου να αγιάσω», έχει χρεοκοπήσει κυρίες και κύριοι.

Υποκύπτοντας στην απαίτηση του Ακιντζί να ψηφίσουμε σήμερα την πρόταση του ΔΗΣΥ, δεν θα βοηθήσουμε στη λύση του Κυπριακού.  Από μια άποψη ίσως μάλιστα να λειτουργήσει η σημερινή ψήφιση της πρότασης του ΔΗΣΥ, αρνητικά στην υπόθεση της λύσης.

Πρώτον γιατί η υποχωρητικότητα μας, διαχρονικά και σήμερα, εκτρέφει την Τουρκική αδιαλλαξία και δεύτερον γιατί καταπιέζοντας το εθνικό φρόνημα των Ελληνοκυπρίων και ενεργοποιώντας τα εθνικά τους αντανακλαστικά, οδηγούνται μάζες των Ελλήνων της Κύπρου σε ριζοσπαστικές θέσεις κατά της λύσης και της συμβίωσης. 

Έχετε ακούσει ποτέ για το σύνδρομο της Βαϊμάρης; Να σας βοηθήσω. Όταν ένας λαός αισθάνεται εθνικά προσβεβλημένος και καταπιεσμένος, γίνεται εύκολα θύμα ακραίων κοινωνικών και πολιτικών αντιλήψεων. Με άλλα λόγια κύριοι και  κυρίες, πιστεύω ότι στην προσπάθεια σας να «καλάρετε» και να εξευμενίσετε τους Τουρκοκύπριους, κινδυνεύετε να χάσετε τους Ελληνοκύπριους. Έχω την υποψία ότι υπάρχουν πολλοί Ελληνοκύπριοι που ενώ θεώρησαν άκαιρη και λαθεμένη την πρώτη απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων, σήμερα θεωρούν εγκληματικό εξίσου λάθος, την έγκριση της πρότασης νόμου του ΔΗΣΥ. Διότι πρέπει να ξέρετε καλά ότι «ποτέ ένα λάθος δεν διορθώνεται με δεύτερο λάθος».

Επιτρέψετε μου σε αυτό το σημείο να καταθέσω την μαρτυρία ενός νέου, σημαντικού και επώνυμου, Κύπριου. Μιλώ για τον Γιώργο Μαυρογένη, τον γνωστό καλλιτέχνη. Ο Γιώργος Μαυρογένης κυρίες και κύριοι, πρέπει να ξέρετε ότι ως νεαρός Ακελιστής αντιτάχθηκε στην απόφαση του ΑΚΕΛ να εγκαταλείψει τη Διασκεπτική και να υποστηρίξει την Ένωση με την Ελλάδα. Η απόφαση της Βουλής  για το 10λεπτο, το αφιερωμένο στο ενωτικό δημοψήφισμα – μου έλεγε τις προάλλες – είχε νόημα μόνο αν μέσα σε αυτό το δεκάλεπτο εξηγούσαμε στους μαθητές πόσο λαθεμένη και αποτυχημένη αποδείχθηκε αυτή η πράξη του Κυπριακού Ελληνισμού. Παρ’ όλα αυτά θεωρεί ότι η πρόταση του ΔΗΣΥ είναι καταστροφική, γιατί στέλνει το σαφές μήνυμα προς τον Ακιντζί και την Άγκυρα, ότι είμεθα δεκτικοί σε νέες, πιο οδυνηρές υποχωρήσεις.

Εδώ πάει το γνωστό που είπε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ: «Για να σε καβαλικέψουν πρέπει να γονατίσεις». 

Επιχειρούν κάποιοι να μας πείσουν ότι δεν ενεργούν κατ’ εντολή του Ακιντζί. Ότι τάχα είχαν αυτήν την πρόταση πριν την αντίδραση των Τουρκοκυπρίων. Περίεργο. Τόσους μήνες συζητήσεων στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παιδείας, γιατί δεν κατατέθηκε η πρόταση του ΔΗΣΥ; Γιατί δεν κατατέθηκε καν στις 10 Φεβρουαρίου που ψηφίστηκε ο Κανονισμός; Γιατί για πρώτη φορά μίλησε για αυτήν την πρόταση ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ, μετά το Εθνικό Συμβούλιο στις 13 Φεβρουαρίου; 

Για ένα και μόνο απλό λόγο: Διότι η πρόταση του ΔΗΣΥ προέκυψε μετά την αντίδραση Ακιντζί, για να κατευνάσει και ικανοποιήσει τον Ακιντζί και τους Τούρκους και «όσους στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα δεν θέλουν τη λύση», όπως έλεγε η ανακοίνωση του ΑΚΕΛ στις 11 Φεβρουαρίου. Διότι και το ΑΚΕΛ τις πρώτες δύο μέρες (11-12 Φεβρουαρίου), περιοριζόταν να κατηγορεί όσους «έγιναν ουρά του ενωτικού – ακροδεξιού ΕΛΑΜ» και τις «μικροκομματικές σκοπιμότητες στην αδημονία κατάληψης της εξουσίας». Μόνο στις 13 Φεβρουαρίου το ΑΚΕΛ αποφάσισε να αρχίσει να  ζητά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να καταδικάσει τη απόφαση της Βουλής και να αναλάβει πρωτοβουλίες. Κι όλα αυτά όταν πλέον ο Ακιντζί ανακοίνωσε δημόσια ότι θα εγκαταλείψει τις διαπραγματεύσεις.

Άρα ας μην κοροϊδεύουν κάποιοι, ότι τάχα είχαν πριν από τον εκβιασμό Ακιντζί αποφασίσει να καταθέσουν ή να στηρίξουν αυτή την πρόταση νόμου. Ο εκβιασμός είναι ξεκάθαρος, γυμνός και αποκρουστικός. 

Παρόλα αυτά εμείς ως ΚΟΣΠ θελήσαμε να κρατήσουμε χαμηλούς τόνους. Προτείναμε από την επόμενη μέρα την συγκρότηση δικοινοτικής ομάδας συμφιλίωσης που θα μελετούσε μέτρα βασισμένα στην αρχή της αμοιβαιότητας για να ξεπεραστεί το αδιέξοδο. Ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σε πολλές του δηλώσεις κατονόμασε ενέργειες και συμπεριφορές των Τούρκων που πληγώνουν τους Ελληνοκύπριους με τον ίδιο ή ανάλογο συμβολικό φορτίο με την απόφαση της Βουλής για το δεκάλεπτο του Ενωτικού Δημοψηφίσματος.

Ο πρόεδρος Αναστασιάδης μίλησε επανειλημμένα για τη σημαία του  ψευδοκράτους στον Πενταδάκτυλο, για τα πανηγύρια στα Κόκκινα αλλά και τα πλέον πρόσφατα (επί εποχής Ακιντζί), τον αγωγό του νερού και άλλα πολλά. «Εάν για κάθε ένα από αυτά» είπε «οι Ελληνοκύπριοι εγκατέλειπαν τις συνομιλίες τότε δεν θα υπήρχε χρόνος για διαπραγματεύσεις.».

Τι πιο φυσικό λοιπόν, αφού η πλειοψηφία της Βουλής αποφασίσει σήμερα να κάνει αυτό το δώρο ειρήνης προς τον Ακιντζί (έτσι τα παρουσιάζουν κάποιοι) να ζητήσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας από τον Ακιντζί να κάνει κάτι ανάλογο. Από όσα ανέφερε στις δηλώσεις του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας , επέλεξα να θέσω ενώπιών σας αυτό που μεταφέρει ένα ιδιαίτερο συμβολισμό, έχει και περιβαλλοντικό χαρακτήρα και βρίσκει σύμφωνους χιλιάδες Τουρκοκύπριους: Την τεράστια σημαία που μολύνει την πληγή του Πενταδακτύλου.

Είναι η δική μας θετική συμβολή σε αυτή την υπόθεση. Αντί να κατηγορούμε την πλειοψηφία της Βουλής – ότι οδηγεί το λαό σε εθνική ταπείνωση εμείς καταθέτουμε σήμερα θετική πρόταση για απάβλυνση αυτών των αισθημάτων. Η υποστήριξη της πρότασης μας από την πλειοψηφία της Βουλής αλλά και κυρίως από τον Ακιντζί βεβαίως θα άρει σε μεγάλο βαθμό το άλγος και το βάρος της εθνικής ταπείνωσης για τους Ελληνοκύπριους. 

Η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων στις 10 Φεβρουαρίου μπορεί να μην διεκδικεί βραβείο πολιτικής διορατικότητας όμως η αναμενόμενη απόφαση για την πρόταση νόμου του ΔΗΣΥ διεκδικεί βραβείο πολιτικής αυτοχειρίας.

Ο Ακιντζί διέπραξε ένα μεγάλο πολιτικό λάθος εγκαταλείποντας τις διαπραγματεύσεις. Όποιος φεύγει από τις διαπραγματεύσεις δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί πλέον αξιόπιστος εταίρος και δεν μπορεί να πείσει εύκολα για τις προθέσεις του, ακόμα και όταν έχει δίκαιο. Το ζήσαμε αυτό όταν ο Πρόεδρος Αναστασίαδης διέκοψε τις συνομιλίες λόγω της επέμβασης του Barbaros στην κυπριακή ΑΟΖ. 

Μέχρι πριν λίγες μέρες ο Ακιντζί βρισκόταν στριμωγμένος στη γωνιά. Καταγγέλλόταν διεθνώς για την αρνητική του στάση παρά το γεγονός ότι δεν καταβάλαμε ιδιαίτερη προσπάθεια να τον κατηγορήσουμε ή να παίξουμε το blame game. Με όποιο συναντήσαμε αυτές τις μέρες, πρέσβεις ξένων χωρών, διπλωμάτες  ξένα πολιτικά κόμματα, όλοι επιρρίπτουν την ευθύνη στον Ακιντζί για το πάγωμα των συνομιλιών και δικαιολογούν πλήρως τον πρόεδρο Αναστασιάδη. Και ερχόμαστε εμείς σήμερα με αυτή μας την απόφαση και τον δικαιώνουμε. Με μια μονομερή, αμφιβόλου αποτελεσματικής απόφασης. Τον δικαιολογούμε στα μάτια της διεθνούς κοινότητας και παραδεχόμαστε διεθνώς ότι ο λόγος που πάγωσαν οι διαπραγματεύσεις ήταν η απόφαση της Βουλής.

Κατά τα άλλα θυμίζω ότι αυτή η ίδια πλειοψηφία, αρνήθηκε να τοποθετηθεί στην πρότασή μας για ψήφισμα της Βουλής των Αντιπροσώπων κατά της παραμονής των τουρκικών στρατευμάτων και εγγυήσεων με το πρόσχημα ότι δεν πρέπει να επεμβαίνει το κοινοβούλιο σε θέματα των διαπραγματεύσεων. 

Και όμως σήμερα προετοιμάζεται η Βουλή να επέμβει στο κυπριακό δικαιώνοντας τον Ακιντζί και την Τουρκία και στέλνοντας μηνύματα υποταγής και συμμόρφωσης σε άνομες και ποταπές απαιτήσεις.