Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010

Ομιλία κ. Γιώργου Περδίκη, Βουλευτή Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών στην Ολομέλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων, Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

«Ο αναχρονιστικός θεσμός των εγγυήσεων και των επεμβατικών δικαιωμάτων στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι κίνδυνοι υπονόμευσης της βιωσιμότητας της λύσης στο Κυπριακό σε περίπτωση διατήρησής τους»

Εμείς θεωρούμε ότι μια πιθανή διατήρηση του συστήματος εγγυήσεων του ‘60 στην υπό συζήτηση λύση του Κυπριακού η οποία ελπίζουμε πως θα θέσει τέρμα στο διαμελισμό του νησιού μας, θα υπονομεύσει τις όποιες πιθανότητες για ομαλή συμβίωση των δύο κοινοτήτων στο μέλλον. Άλλωστε – ας μην το ξεχνούμε – η παρουσία των εγγυητριών δυνάμεων ήταν πάντα ένας παράγοντας ανωμαλίας αντί παράγοντας ειρήνης. Δεν λειτούργησαν ποτέ ενισχυτικά προς τη διατήρηση της εύθραυστης συμφωνίας που επιτεύχθηκε το 1960, παραχωρώντας μια κουτσουρεμένη ανεξαρτησία μετά από πολλά χρόνια αιματηρού αγώνα για αυτοδιάθεση.

Πού ήταν οι εγγυήτριες δυνάμεις κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων χρόνων της νέας Κυπριακής Δημοκρατίας, όταν η τουρκοκυπριακή ηγεσία συστηματικά εισήγαγε οπλισμό και εκπαίδευε άτομα για να στελεχώνουν τις τάξεις της ΤΜΤ, ή όταν η Τηλλυρία βίωνε καταστάσεις ανταρτοπόλεμου, με επιθέσεις και εξαφανίσεις προσώπων – Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων – και όταν οι Τούρκοι και Έλληνες αξιωματικοί εκπαίδευαν ένοπλες ομάδες έτοιμες να ριχθούν στη δικοινοτική διαμάχη; Το κλίμα τρομοκρατίας και ανασφάλειας που χαρακτήριζε τα πρώτα χρόνια της Δημοκρατίας, με αποκορύφωμα την διενέργεια του πραξικοπήματος και την τουρκική εισβολή το 1974, θα είχε αποφευχθεί αν οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις αποφάσιζαν να αφήσουν το νησί να προοδεύσει ως ανεξάρτητο κράτος. Αντιθέτως, δεν επέδειξαν καμία πολιτική βούληση να πείσουν την τουρκοκυπριακή κοινότητα να πάψει να δημιουργεί συνεχώς προβλήματα στην ομαλή λειτουργία της νεαρής δημοκρατίας – με αποκορύφωμα την παράλυση του κράτους με την γνωστή απόφαση των Τούρκων βουλευτών να μην ψηφίσουν το νόμο περί φόρου εισοδήματος. Ως αποτέλεσμα δημιουργήθηκε σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης του κράτους, αναγκάζοντας την Ελληνοκυπριακή κοινότητα να καταθέσει για συζήτηση τα περιβόητα 13 σημεία, θέτοντας θέμα συνταγματικών μεταρρυθμίσεων μόλις τρία χρόνια μετά την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας. Η Συνθήκη Εγγυήσεως έχει ουσιαστικά παραβιασθεί από το 1963, αφού καμία από τις τρεις χώρες που υποτίθεται ότι θα διασφάλιζαν την εφαρμογή των Συνθηκών Ζυρίχης και Λονδίνου δεν φάνηκε να είναι διατεθειμένη να αναλάβει δράση για επαναφορά του Συντάγματος και των διατάξεων του μετά την Τουρκανταρσία και την δημιουργία θυλάκων στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στη συνέχεια η Τουρκία επιχείρησε την κατάληψη της Τηλλυρίας, με απόβαση ατάκτων και τακτικών ένοπλων στο προγεφύρωμα των Κόκκινων ενώ όταν απέτυχε η στρατιωτική της επιχείρηση, απέστειλε την αεροπορία της η οποία βομβάρδισε με τις νατοϊκές βόμβες ναπάλμ, ανυποψίαστους αγρότες, σπίτια και νοσοκομεία. Ότι ακολούθησε στη συνέχεια συμπλήρωσε την καταπάτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας από τους ιδίους τους εγγυητές της. Η Ελλάδα απέστειλε κρυφά μια ολόκληρη μεραρχία στην Κύπρο την οποία απέσυρε η Χούντα, μετά από τα τραγικά γεγονότα της Κοφίνου. Η Τουρκία ετοίμαζε απόβαση την οποία επεχείρησε δύο φορές. Η Βρετανία εγκαθίδρυσε την Πράσινη Γραμμή στη Λευκωσία και προωθούσε με κάθε τρόπο τη διχοτόμηση. Τέλος, το ’74 κατέρρευσε πλήρως – και με τραγικές συνέπειες για τους Κυπρίους – το σύστημα των εγγυήσεων της Ελλάδας, Τουρκίας και Βρετανίας.

Ήταν η Ελληνική Κυβέρνηση της Χούντας που οργάνωσε το πραξικόπημα εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης (με τη συνεργασία Κυπρίων ενσυνείδητων προδοτών ή αφρόνων παραπλανημένων). Στη συνέχεια η Ελληνική Χούντα επέδειξε εγκληματική αδράνεια συνεργώντας στο μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ανεξαρτησίας της Κύπρου και του λαού της, το οποίο διέπραξε ο άλλος εγγυητής, η Τουρκία.

Η Τουρκία – επικαλούμενη τα εγγυητικά της δικαιώματα – εισέβαλε στο νησί μας, κατέλαβε το 40% των εδαφών μας, έδιωξε βίαια από τα σπίτια τους 200.000 Ελληνοκύπριους και εκβίασε τον ξεριζωμό πέραν των 20.000 Τουρκοκυπρίων. Τριανταέξι χρόνια μετά συνεχίζει να καταπατεί το διεθνές δίκαιο και τα δικαιώματα όλων των Κυπρίων και εξακολουθεί να διατείνεται πως η εισβολή στο νησί μας ήταν αποτέλεσμα μιας αναγκαίας ειρηνικής επέμβασης, στη βάση των επεμβατικών δικαιωμάτων που προκύπτουν από τη συνθήκη εγγυήσεως του ’60.

Συνεργάτης, επόπτης και μάλλον εμπνευστής των εγκλημάτων αυτών ήταν και παραμένει ο έτερος «εγγυητής», η Βρετανία. Μια Βρετανία που έπαιξε το δικό της ρόλο στην κατάθεση της γνωστής πρότασης Μακαρίου για τροποποίηση του συντάγματος που στάθηκε η αφορμή για το ξέσπασμα διακοινοτικών διαταραχών σε μεγάλη κλίμακα σε όλο το νησί. Τέλος δεν πρέπει να μας διαφεύγει ο σκοτεινός ρόλος των Βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων που σταθμεύουν στις Βρετανικές Βάσεις, ούτε το γεγονός ότι οι Βρετανικές Βάσεις λειτούργησαν ως αγωγός μετακίνησης πληθυσμών και επιβολής του εθνικού ξεκαθαρίσματος μετά την τραγωδία του ’74 .

Με τα πιο πάνω δεν επιθυμώ ποσώς να μειώσω τη θυσία και την προσφορά των ηρωικών φαντάρων της ΕΛΔΥΚ και άλλων Ελλήνων στρατιωτών οι οποίοι έδωσαν το αίμα τους για την προάσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Υπήρξαν τα θύματα της ίδιας προδοσίας. Ας μην επιτρέψουμε ξανά τα παιδιά του Ελληνικού λαού να βρεθούν εγκλωβισμένα στην Κύπρο, στα γρανάζια μιας μελλοντικής συνωμοσίας ή μιας άφρωνης περιπέτειας του αθηναϊκού κράτους, μέσω των προνοιών μιας νέας συνθήκης εγγυήσεων παρόμοιου τύπου αυτής του 1960.

Όσον αφορά την παρουσία ξένων στρατευμάτων, ένα άλλο θέμα που τίθεται υπό συζήτηση, πρέπει να θυμηθούμε ότι για να πραγματοποιηθεί το δίδυμο έγκλημα του ’74 χρησιμοποιήθηκαν οι στρατιωτικές δυνάμεις των αφερέγγυων εγγυητών που στάθμευαν στο νησί μας.

Συνεπώς το ιστορικό δίδαγμα των θλιβερών γεγονότων του 1974 οδηγεί στην πλήρη και αδιαπραγμάτευτη απόρριψη κάθε μορφής εγγυήσεων από τους τρεις ή άλλους ξένους εγγυητές, στην απόρριψη κάθε ιδέας για παρουσία ξένων στρατευμάτων αλλά και στην απαίτηση για απομάκρυνση των Βρετανικών Βάσεων από την Κύπρο.

Aντιλαμβανόμαστε πως η τουρκοκυπριακή πλευρά απαιτεί την επαναβεβαίωση της ιδιότητας των εγγυητριών δυνάμεων στις δύο μητέρες πατρίδες και την πρώην αποικιοκρατική δύναμη, το Ηνωμένο Βασίλειο. Θέτουν ζητήματα ασφάλειας της Τουρκοκυπριακής κοινότητας στο διηνεκές και επικαλούνται τις διακοινοτικές ταραχές της δεκαετίας του ’60.

Θα ήθελα να σας υπενθυμίσω ότι και η Ελληνοκυπριακή πλευρά ζητούσε επίμονα εγγυήσεις, άλλου είδους, αλλά το αίτημά της δεν έγινε αποδεκτό. Συγκεκριμένα σε επιστολή του αείμνηστου προέδρου Παπαδόπουλου ημερομηνίας 7 Ιουνίου 2004 προς τον κ. Κόφι Ανάν, τόνιζε τις σοβαρές ανησυχίες των Ελληνοκυπρίων για την έλλειψη συγκεκριμένων εγγυήσεων ότι η Τουρκία θα τηρήσει όλες τις δεσμεύσεις της για εφαρμογή της όποιας λύσης που θα προέλθει από τις διαπραγματεύσεις κάτι που η Τουρκία απέρριψε κατηγορηματικά. Από τη μία η τουρκοκυπριακή κοινότητα ήθελε να διατηρήσει τα επεμβατικά δικαιώματα της Τουρκίας, αλλά δεν έδειξε την ίδια προθυμία να συμφωνήσει σε εγγυήσεις για εφαρμογή του προτεινόμενου σχεδίου λύσης. Παρατηρούμε λοιπόν πως υπάρχει μια διαφορά στην ερμηνεία του τι θεωρεί η κάθε κοινότητα αναγκαίο για να μπορέσει να στεριώσει ένα ενωμένο κράτος σε αυτό το πολύπαθο νησί. Εμείς θέλουμε να διασφαλίσουμε την επιβίωση ενός ενιαίου, ανεξάρτητου κράτους στο νησί, ενώ η ηγεσία της Τουρκοκυπριακής κοινότητας θέλει εγγυήσεις ότι θα μπορεί η Τουρκία να επέμβει νόμιμα στο νησί αν υπάρξει οποιοδήποτε πρόβλημα.

Οι Τουρκοκύπριοι φίλοι μας πρέπει να μας θεωρούν ιδιαίτερα απεγνωσμένους ή βλάκες εάν πιστεύουν πως θα αποδεχθούμε αδιαμαρτύρητα την διαιώνιση εγγυήσεων από τρίτες χώρες, ειδικά μετά τις πικρές εμπειρίες που ζήσαμε. Αλήθεια, ποιο άλλο κράτος ανά το παγκόσμιο βαρύνεται από μια τέτοια κληρονομιά όπως ήταν οι εγγυήσεις; Ποιό άλλο κράτος επιτρέπει στην επικράτειά του επεμβάσεις τρίτων χωρών (στρατιωτικές ή άλλως πως) βάση διεθνούς σύμβασης; Ποιά άλλη χώρα επιτρέπει στον πρώην δυνάστη της να παρέμβει σε θέματα εσωτερικής διακυβέρνησης υπό το πρόσχημα διασφάλισης του γράμματος του Συντάγματος της; Και πως είναι δυνατό, εν έτη 2010, να απαιτείται από ένα πλήρες μέλος Παγκόσμιων και Ευρωπαϊκών Οργανισμών που διέπονται από το Διεθνές Δίκαιο, να αποδεχθεί μόνιμη επιδιαιτησία των εσωτερικών του υποθέσεων, δήθεν για να διασφαλιστεί το αίσθημα ασφαλείας;

Αυτή είναι λοιπόν η άποψη των Τουρκοκυπρίων; Ή μήπως είναι η θέση της Τουρκίας, που πέρα από τον πλήρη στρατιωτικό και οικονομικό έλεγχο των κατεχομένων, ασκεί σαφέστατα και πλήρη πολιτικό έλεγχο στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα; Όταν κάποιοι προβάλλουν τις διάφορες έρευνες της κοινής γνώμης ανάμεσα στους κατοίκους στο κατεχόμενο βόρειο μέρος του νησιού μας, ξεχνούν (ή κάνουν πως ξεχνούν) τις συνθήκες που επικρατούν εκεί. Καμώνονται πως τους διαφεύγει η παρουσία των 40.000 ενόπλων Τούρκων στρατιωτών, των εκατοντάδων χιλιάδων εποίκων και των οργανωμένων εξτρεμιστών των γκρίζων λύκων και της ΤΜΤ. Μέσα σε τέτοιο περιβάλλον που διακρίνεται από φόβο και καταπίεση πώς είναι δυνατόν να εκφραστεί – έστω και δημοσκοπικά – οτιδήποτε άλλο από την αδιαφιλονίκητη πίστη στην παρουσία του Τουρκικού στρατού και των εγγυήσεων;

Η λύση με διάλογο και ειρηνικές διαδικασίες για εμάς τους Οικολόγους είναι μονόδρομος. Είναι κατανοητό ότι για να βρεθεί λύση πρέπει να γίνουν αμοιβαίες παραχωρήσεις και από τις δυο πλευρές, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Παρά τις διαφορετικές θέσεις και τοποθετήσεις, πιστεύω ακράδαντα ότι εάν δεν υπήρχαν παρεμβάσεις από ξένες δυνάμεις οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι θα μπορούσαν να καταλήξουν σε λύση που να διασφαλίζει την ενότητα της Κύπρου και την ευημερία όλων των νόμιμων πολιτών της. Οι ίδιοι οι Τουρκοκύπριοι - ή τουλάχιστον όσοι πιστεύουν στην συνύπαρξη και στη λύση - είναι και οι αυτοί θύματα του τουρκικού επεκτατισμού, του μιλιταρισμού και της μωροφιλοδοξίας των Τούρκων στρατηγών.

Με ανησυχία παρατηρώ ότι ανάμεσα στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα εντοπίζεται μια προσπάθεια διαχωρισμού του θέματος των εγγυήσεων, από αυτό του δικαιώματος επέμβασης ή παρουσίας στρατευμάτων. Εάν διαβάσει κανείς προσεκτικά το προεκλογικό πρόγραμμα του Προέδρου Χριστόφια, τις δεσμεύσεις του προς τα συγκυβερνώντα κόμματα και το λαό, αλλά και εάν παρατηρήσει προσεκτικά αναλύσεις και δηλώσεις αξιωματούχων και σύμβουλων του, θα διαπιστώσει ότι δεν απορρίπτεται κάθετα και οριστικά η περίπτωση της ύπαρξης κάποιας μορφής εγγυήσεων από τρίτες χώρες, ακόμα ίσως και από τις γνωστές αποτυχημένες «μητέρες πατρίδες» ενώ αντίθετα γίνονται ξεκάθαρες αναφορές για τα ξένα στρατεύματα και το δικαίωμα μονομερούς επέμβασης. Αυτή ακριβώς η διαφορά υπονοεί προφανώς ότι τόσο η ύπαρξη των εγγυήσεων όπως και μια μορφή επεμβατικών δικαιωμάτων (προφανώς διαφορετικών από αυτά που προνοούσαν οι συνθήκες του ’60) δεν είναι απόλυτα απορριπτέα από τον Πρόεδρο Χριστόφια. Ζητήσαμε – ως Οικολόγοι – μια πλήρη και τελεσίδικη τοποθέτηση επί του θέματος των εγγυήσεων. Η απάντηση που έχουμε λάβει δεν είναι ικανοποιητική.

Είναι γεγονός ότι στην ομόφωνη απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου της 18ης Σεπτεμβρίου αναφέρεται ότι «Στην ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν νοούνται εγγυητές και εγγυήσεις». Εντούτοις, κάποια επόμενη Κυριακή διαβάσαμε σε συνέντευξη του αρχηγού του μεγάλου κόμματος της αντιπολίτευσης αναφορές στο θέμα των εγγυήσεων πολύ έξω από αυτό το πλαίσιο. Αν κατάλαβα καλά, κάποιοι φαίνεται να συζητούν διάφορα σενάρια όπως π.χ. η Τουρκία και η Ελλάδα να εγγυηθούν αντιστοίχως τους ομοεθνείς τους της «Ομόσπονδης Μονάδας» (κράτη τα λένε οι Τούρκοι) ή ακόμα να γίνει αποδεκτή η μονομερής εγγύηση της ακεραιότητας και της ασφάλειας της Τουρκοκυπριακής Ομόσπονδης Μονάδας από την Τουρκία μόνον.

Δεν κατανοώ πραγματικά γιατί ορισμένοι – είτε βρίσκονται πέριξ του λόφου του Προεδρικού ή κάπου μεταξύ Πινδάρου και Βουλγαροκτόνου – «παίζουν» με αυτή την «καυτή πατάτα». Έχω την άποψη ότι η οποιαδήποτε πολιτική ευτολμία και θάρρος δεν πρέπει να επιδεικνύεται σε αυτή τη συγκεκριμένη πτυχή του Κυπριακού, που είναι μια από τις πλέον ουσιώδεις και κρίσιμες. Ζητούμε από τον Πρόεδρο Χριστόφια να τοποθετηθεί ξεκάθαρα απέναντι σ’ αυτές τις επικίνδυνες τοποθετήσεις και ολισθηρά ανοίγματα.

Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθεί η ουσιαστική παρέμβαση της Ελλάδας η οποία – όχι μόνο πρόσφατα με τον Γιώργο Παπανδρέου, αλλά και πιο πριν με τον Κώστα Καραμανλή – επισήμως ανακοίνωσε ότι δεν την απασχολεί το θέμα των εγγυήσεων. Ας κρατήσουμε την ξεκάθαρη θέση του Γιώργου Παπανδρέου ο οποίος από την Κωνσταντινούπολη δήλωσε ότι οι μητέρες πατρίδες είναι καιρός να αφήσουν τον Κυπριακό λαό να αποφασίσει και να ορίσει το μέλλον του ΜΟΝΟΣ του. Προτείνω να κτίσουμε επί της ξεκάθαρης και όντως θαρραλέας αυτής τοποθέτησης – που δεν αποτελεί ποσώς δήλωση εγκατάλειψης – απαιτώντας αδιαπραγμάτευτα τον τερματισμό κάθε εγγύησης, επεμβατικών δικαιωμάτων ή παρουσίας στρατευμάτων στο νησί μας.

Η Κυπριακή πολιτική ηγεσία οφείλει να αγωνισθεί για μια βιώσιμη λύση χωρίς ξένους στρατούς και βάσεις, εγγυήσεις, επεμβατικά δικαιώματα και εκπτώσεις στο θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πρέπει να αναλάβει την ευθύνη για την υπεράσπιση των δημοκρατικών αρχών αλλά και την ευθύνη για την επίτευξη μιας δημοκρατικής και βιώσιμης λύσης του Κυπριακού. Θεωρώ ότι η ομόφωνη απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου της 18ης Σεπτεμβρίου 2009 αποτελεί την ελάχιστη κοινή σύγκλιση θέσεων των πολιτικών δυνάμεων επί της οποίας οφείλουμε να οικοδομήσουμε την ενότητα του Κυπριακού λαού, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι κρίσιμες επερχόμενες εξελίξεις και να αναζητηθεί δίκαιη και βιώσιμη λύση στο Κυπριακό.