Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Ομιλία στην Ολομέλεια, 15 Ιουλίου 2012



Συμπληρώνονται σήμερα τριάντα οκτώ χρόνια από την αποφράδα εκείνη μέρα, όταν χέρια ελληνικά, χέρια αδελφικά, οδήγησαν το άρμα της προδοσίας κατά της νεοσύστατης και κλυδωνιζόμενης από τις έξωθεν παρεμβάσεις, Κυπριακής Δημοκρατίας.

 Το έγκλημα του πραξικοπήματος ακολούθησε η βάρβαρη τουρκική εισβολή που έφερε θάνατο και καταστροφή στον τόπο και στο λαό μας. Χιλιάδες οι σκοτωμένοι, οι αγνοούμενοι, οι πρόσφυγες, οι εγκλωβισμένοι ελεύθεροι πολιορκημένοι. Κι ένας λαός να αναζητά το μέλλον του μέσα απ΄τα ερείπια και την καταστροφή.

Όμως επιβίωσε αυτός ο λαός. Πουλημένος, πικραμένος αλλά όχι προσκυνημένος, σήκωσε το λάβαρο του μακροχρόνιου αγώνα και με συνέπεια, πείσμα και εμμονή σε αρχές και αξίες, άντεξε τις ξένες επιβουλές αλλά και τις αλλεπάλληλες αποτυχίες μιας ηγεσίας που διαχρονικά αποδεικνύεται κατώτερη των προσδοκιών, των περιστάσεων και της Ιστορίας. 

Είναι αυτός ο λαός που απάντησε σε διχοτομικά σχέδια, όπως το σχετικά πρόσφατο  βρετανικό σχέδιο του Λόρδου Χάνεϋ- αυτό που ατυχώς πέρασε στην ιστορία ως σχέδιο Ανάν. Ο λαός μας διατήρησε ζωντανή την ελπίδα για ένα μέλλον όπου οι Κύπριοι, - Έλληνες και Τούρκοι- θα ζουν αρμονικά και πολιτισμένα, σε μια χώρα ενιαία, χωρίς σύνορα, ξένες παρεμβάσεις και εγγυήσεις, χωρίς εποίκους και ξένους στρατούς . Αυτός ο λαός, ανεξάρτητα απ ΄όσα λένε οι εκάστοτε ηγέτες που ποδηγετούν το παρόν του,  κανοναρχεί τα οράματα του, για μια Κύπρο ευρωπαϊκή, όπου όλα τα ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα όλων των πολιτών θα γίνουν απολύτως σεβαστά, χωρίς μόνιμες παρεκκλίσεις από τις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες.

Διάγουμε το τέρμινο των Ευρωπαϊκών πανηγυριών, κρύβοντας κάτω από το κόκκινο χαλί των εκδηλώσεων, την κατοχή, τους πρόσφυγες, τους εγκλωβισμένους,  τους αγνοούμενους, την καταστροφή της πολιτιστικής και περιβαλλοντικής μας κληρονομιάς στην κατεχόμενη Κύπρο. Μόνο μια φούχτα Τουρκοκύπριοι – απ΄ αυτούς που έμειναν και αγωνίζονται για την αξιοπρέπεια της κοινής μας πατρίδας – υπενθυμίζουν στους ευρωπαίους υψηλούς προσκεκλημένους μας, ότι στη Κύπρο υπάρχει τουρκική εισβολή και καταπάτηση των ευρωπαϊκών αξιών. Το κυπριακό πρόβλημα – μας λένε κάποιοι  – είναι «ντεμοντέ», εκτός μόδας της πολιτικής, δεν είναι του συρμού των διεθνών ειδησεογραφικών πρακτορείων. Τώρα έχουμε οικονομική κρίση, τους Moody΄s και τους Fitch, το ΔΝΤ και τη Τρόικα. Εγώ λέγω ότι αυτός ο λαός που κουβαλά στη ψυχή και στο πετσί του, αυτό το «εκτός μόδας» πρόβλημα, αυτός ο λαός, ο απροσκύνητος και αγωνιστής, αυτός ο λαός «που ακούει, σωπαίνει κι ότι του λες τα δένει κομπολόι», αξίζει μια καλύτερη διαχείριση του μέλλοντος του, αξίζει τελικά καλύτερη ηγεσία.

 Διότι εάν για το έγκλημα του 1974 δακτυλοδείχνουμε την Χούντα και την ΕΟΚΑ Β, την κατοχική Τουρκία και τα Νατοϊκά σχέδια, γι αυτή τη νέα καταστροφή που έπληξε την Κύπρο – το νέο Αττίλα – της οικονομικής εξαθλίωσης και της περιορισμένης – λόγω Τρόικα – κυριαρχίας, ποιόν άραγε επιβάλλεται να καταγγείλουμε; 

Δεν αναζητώ αποδιοπομπαίο τράγο, αναζητώ ευθύνες, κάθαρση και δικαιοσύνη. Γιατί λαοί που δεν ξεκαθαρίζουν τους λογαριασμούς τους με την Ιστορία, είναι καταδικασμένοι να ξαναζήσουν όλες τις ιστορικές τους τραγωδίες ξανά και ξανά. Εγώ λέω μάλιστα ότι οφείλουμε να αντιληφθούμε την αλληλουχία  των διαδρομών της κυπριακής τραγωδίας : προδοσία 1974, σχέδιο Γκαλι, φιάσκο  S 300, Χρηματιστήριο, Μαρί,  οικονομική κατάρρευση και Τρόικα. 

Η μια καταστροφή φέρνει την άλλη. Και προειδοποιώ: Έπεται και συνέχεια, πλέον καταστροφική και τραγική. Όσο δεν σπάει η αλυσίδα της λήθης, της άγνοιας, της ατιμωρησίας, και  όσο δεν λάμπει ο ήλιος της δικαιοσύνης θα είμαστε υποχρεωμένοι να μετρούμε τις καταστροφές και να κλαίμε συνέχεια επι των ερειπίων.

Κυρίες και Κύριοι,

Τριάντα οκτώ χρόνια και ακόμα αντέχουμε τις καταιγίδες πάνω σ΄αυτόν τον χρυσοπράσινο βράχο των αγίων μαρτύρων. Μέσα από τις συχνότητες των ραδιοκυμάτων της μνήμης και του οράματος μιας άλλης ζωής αντηχεί ως προσκλητήριο αγώνα και εγκαρτέρησης η στεντόρεια φωνή του Μακαρίου από την ιστορική του ομιλία τον Ιούλιο του 1977: 

«Και δεν θα υποκύψουμε. Αλλά θα αγωνισθώμεν  μέχρι της τελικής δικαιώσεως».