Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Ομιλία Βουλευτή Γιώργου Περδίκη στην Ολομέλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων, Παρασκευή 7 Απριλίου 2017



«Ο περί Κοινοτικών Σχολείων Μέσης Εκπαίδευσης, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 3(2) και 4 του περί Μεταβιβάσεως της Ασκήσεως των Αρμοδιοτήτων της Ελληνικής Κοινοτικής Συνελεύσεως και της Ιδρύσεως του Υπουργείου Παιδείας Νόμου, (Τροποποιητικός) Νόμος του 2017»

(Πρόταση νόμου των κ. Κυριάκου Χατζηγιάννη, Γεώργιου Κάρουλλα και Αννίτας Δημητρίου εκ μέρους της κοινοβουλευτικής ομάδας του Δημοκρατικού Συναγερμού)

(Αρ. Φακ. 23.02.058.023-2017)

https://www.facebook.com/greenpartycy/videos/710822655765223/

Κυρίες και κύριοι,

Δεν θεωρώ τον εαυτό μου ικανό και δεν θέλω να είμαι αυτός  που θα μοιράσει σήμερα πιστοποιητικά εθνικοφροσύνης και πατριωτισμού. Όσο πιο νηφάλια μπορώ, θα προσπαθήσω να θέσω την άποψη του Κινήματος Οικολόγων- Συνεργασία Πολιτών επί της πρότασης του Δημοκρατικού Συναγερμού και ότι αυτή συνεπάγεται.

Κατά την άποψη μας η πρόταση του ΔΗΣΥ, επί της αρχής αλλά και λαμβάνοντας υπόψη το πολιτικό περιβάλλον, είναι ως ακατάλληλη και απορρίπτεται.

Πρώτον γιατί αποτελεί πάγια πολιτική μας θέση ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν πρέπει να παραχωρεί κεκτημένα της δικαιώματα, στην εκτελεστική εξουσία. Αξίζει να σας θυμίσω ότι ακόμα και σε συνθήκες μνημονίου καταφέραμε να διατηρήσουμε την δημοκρατική αρχή ότι η χώρα μας δεν μπορεί να κυβερνάται με υπουργικά διατάγματα. Σε αυτή τη θέση είχαμε την ευτυχία να βρίσκουμε μόνιμο σύμμαχο την Αριστερά, η οποία σήμερα οφείλει να δώσει βεβαίως εξηγήσεις για την αλλαγή στάσης και πολιτικής συμπεριφοράς. Κάποιοι, χωρίς βεβαίως να το ερευνήσουν, διατείνονται ότι μόνο στην Κύπρο αποφασίζονται τα θέματα των εγκυκλίων και των σχολικών εορτών από τη Βουλή. Ακόμα και να ισχύει αυτό, θα πρέπει να θυμούνται, όσοι προβάλλουν αυτό το επιχείρημα, ότι στην Κύπρο, συνταγματικά, ισχύει μία ιδιότυπη κατάσταση. Η αρμοδιότητα της Παιδείας των Ελληνοκυπρίων ανήκει στην Κοινοτική Συνέλευση των Ελληνοκυπρίων και όχι του «ανύπαρκτου»- κατά το Σύνταγμα- Υπουργείου Παιδείας. Είναι γνωστό ότι το 1964 στη βάση της επίκλησης του δικαίου της ανάγκης, οι εξουσίες της Κοινοτικής Συνέλευσης είχαν παραχωρηθεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Το περίεργο σε αυτή την υπόθεση είναι ότι οι πρόνοιες της συμφωνίας για το Κυπριακό που με τόσο πάθος προωθούν ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, διαιωνίζει την ίδια αυτή κατάσταση, αφήνοντας στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κοινοτήτων τα θέματα της Παιδείας. Συνεπώς, το πνεύμα της πρότασης του ΔΗΣΥ, εκτός της πιθανής αντισυνταγματικότητας (την οποία δεν απέκλεισε με την προχθεσινή του επιστολή προς τη Βουλή των Αντιπροσώπων ο Γενικός Εισαγγελέας) βρίσκεται σαφώς εκτός της φιλοσοφίας της επιδιωκόμενης λύσης του Κυπριακού.

Διότι αφαιρεί από το Κοινοβούλιο που σήμερα ενεργεί ως Κοινοτική Συνέλευση την αρμοδιότητα να αποφασίζει για την παιδεία των Ελληνοκυπρίων, μεταφέροντας την εξουσία στα χέρια του Υπουργού.

Από αυτή την άποψη η πρόταση του ΔΗΣΥ είναι συνταγματικά και νομικά επιλήψιμη, τόσο με βάση τα ισχύοντα από το Σύνταγμα του 60 όσο και με βάση όσα αναμένεται να ισχύσουν στο μέλλον που μας προετοιμάζουν ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ.

Αλλά για εμάς το θέμα δεν είναι συνταγματικό ή νομικό. Είναι κυρίως πολιτικό, θα έλεγα μάλλον είναι βαθιά πολιτικό.

ΜΙια ξέβαθη πολιτική ανάλυση λέει ότι αφού έγινε ένα λάθος, που έδωσε την αφορμή και την πρόφαση στην Τουρκία να παγώσει τις διαπραγματεύσεις, τότε δεν μας μένει τίποτε άλλο από την αναίρεση του λάθους, για να έχουμε επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. 

Εδώ είναι που χρειάζεται η πολιτική εμβάνθυνση. Και ερωτώ; Πού βρίσκονταν οι διαπραγματεύσεις πριν κλείσει την πόρτα ο Πρόεδρος Αναστασιάδης για να πάει για τσιγάρο, για να βρει ο Ακιντζί την ευκαιρία να διολισθήσει (ή να «γλιάσει» κατά το κυπριακό) και να δραπετεύσει από την αίθουσα των διαπραγματεύσεων. Πού βρίσκονταν οι διαπραγματεύσεις;

Στο απόλυτο τέλμα με ευθύνη των Τούρκων. Ήταν οι Τούρκοι που εγκατέλειψαν την Γενεύη (κι ας κάποιοι εξ’ ημών κατηγορούσαν τον Νίκο Κοτζιά), είναι οι Τούρκοι που δεν κατέθεσαν προτάσεις στο Μοντ Πελεράν (3), είναι οι Τούρκοι που έφεραν στο προσκήνιο τις τέσσερις διασυνοριακές ελευθερίες για τους Τούρκους υπηκόους κ.ο.κ.

Μάθαμε επίσης τις προάλλες ότι την ίδια ώρα που τάχα συνομιλούσαν, έδιναν υπηκοότητες του ψευδοκράτους σε 7000 Τούρκους εποίκους, έδιωχναν τις ομάδες της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΔΝΤ που ήρθαν να μελετήσουν την κατάσταση των τραπεζών που λειτουργούν στα καταεχόμενα και τα δημοσιονομικά του ψευδοκράτους και προετοιμάζαν την ηλεκτρική σύνδεση του ψευδοκράτους με την Τουρκία.

Ξέρετε ότι την Τρίτη 11/4 που θα «επαναρχίζουν» τάχα οι διαπραγματεύσεις η Τουρκία έχει δεσμεύσει με NAVTEX περιοχή βορειοδυτικά του Ακρωτηρίου Ακάμα για ασκήσεις με πραγματικά πυρά; (*Ανακοίνωση Τουρκικού ΥΠΕΞ).

Αυτό είναι το πολιτικό περιβάλλον των διαπραγματεύσεων. Δεν θα καταγράψω – λόγω έλλειψης χρόνου – το υπόλοιπο των γεωστρατηγικών δεδομένων της περιοχής μας που αφορούν την Τουρκία, ούτε όσα αφορούν την ίδια την Τουρκία. Υπολογίζουμε ποτέ, με ποια Τουρκία διαπραγματευόμαστε, και ποιο είναι το διακύδευμα αυτών των συνομιλιών; Μας ζητούν κάποιοι να καταπιούμε την προσβολή, να υποκύψουμε στον εκβιασμό του Ακιντζί και να ψηφίσουμε την πρόταση του ΔΗΣΥ, (διότι αυτό μας ζητά ο Ακιντζί πολύ συγκεκριμένα και ονομαστικά).

Και διερωτάται κανείς βάσιμα: Για ποιες συνομιλίες και ποιές διαπραγματεύσεις; Να υποκύψουμε, να κάνουμε τα πικρά – γλυκά, για χάριν της λύσης, μας λένε. Μα πού είναι η λύση; Ας είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό και την ιστορία μας: Η λύση του Κυπριακού, βρίσκεται συντετριμμένη κάτω από τόνους Τουρκικής αδιαλλαξίας, που δεν πρόκειται να αρθούν, με τις δικές μας υποχωρήσεις. 

Το «σφάξε με αγά μου να αγιάσω», έχει χρεοκοπήσει κυρίες και κύριοι.

Υποκύπτοντας στην απαίτηση του Ακιντζί να ψηφίσουμε σήμερα την πρόταση του ΔΗΣΥ, δεν θα βοηθήσουμε στη λύση του Κυπριακού.  Από μια άποψη ίσως μάλιστα να λειτουργήσει η σημερινή ψήφιση της πρότασης του ΔΗΣΥ, αρνητικά στην υπόθεση της λύσης.

Πρώτον γιατί η υποχωρητικότητα μας, διαχρονικά και σήμερα, εκτρέφει την Τουρκική αδιαλλαξία και δεύτερον γιατί καταπιέζοντας το εθνικό φρόνημα των Ελληνοκυπρίων και ενεργοποιώντας τα εθνικά τους αντανακλαστικά, οδηγούνται μάζες των Ελλήνων της Κύπρου σε ριζοσπαστικές θέσεις κατά της λύσης και της συμβίωσης. 

Έχετε ακούσει ποτέ για το σύνδρομο της Βαϊμάρης; Να σας βοηθήσω. Όταν ένας λαός αισθάνεται εθνικά προσβεβλημένος και καταπιεσμένος, γίνεται εύκολα θύμα ακραίων κοινωνικών και πολιτικών αντιλήψεων. Με άλλα λόγια κύριοι και  κυρίες, πιστεύω ότι στην προσπάθεια σας να «καλάρετε» και να εξευμενίσετε τους Τουρκοκύπριους, κινδυνεύετε να χάσετε τους Ελληνοκύπριους. Έχω την υποψία ότι υπάρχουν πολλοί Ελληνοκύπριοι που ενώ θεώρησαν άκαιρη και λαθεμένη την πρώτη απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων, σήμερα θεωρούν εγκληματικό εξίσου λάθος, την έγκριση της πρότασης νόμου του ΔΗΣΥ. Διότι πρέπει να ξέρετε καλά ότι «ποτέ ένα λάθος δεν διορθώνεται με δεύτερο λάθος».

Επιτρέψετε μου σε αυτό το σημείο να καταθέσω την μαρτυρία ενός νέου, σημαντικού και επώνυμου, Κύπριου. Μιλώ για τον Γιώργο Μαυρογένη, τον γνωστό καλλιτέχνη. Ο Γιώργος Μαυρογένης κυρίες και κύριοι, πρέπει να ξέρετε ότι ως νεαρός Ακελιστής αντιτάχθηκε στην απόφαση του ΑΚΕΛ να εγκαταλείψει τη Διασκεπτική και να υποστηρίξει την Ένωση με την Ελλάδα. Η απόφαση της Βουλής  για το 10λεπτο, το αφιερωμένο στο ενωτικό δημοψήφισμα – μου έλεγε τις προάλλες – είχε νόημα μόνο αν μέσα σε αυτό το δεκάλεπτο εξηγούσαμε στους μαθητές πόσο λαθεμένη και αποτυχημένη αποδείχθηκε αυτή η πράξη του Κυπριακού Ελληνισμού. Παρ’ όλα αυτά θεωρεί ότι η πρόταση του ΔΗΣΥ είναι καταστροφική, γιατί στέλνει το σαφές μήνυμα προς τον Ακιντζί και την Άγκυρα, ότι είμεθα δεκτικοί σε νέες, πιο οδυνηρές υποχωρήσεις.

Εδώ πάει το γνωστό που είπε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ: «Για να σε καβαλικέψουν πρέπει να γονατίσεις». 

Επιχειρούν κάποιοι να μας πείσουν ότι δεν ενεργούν κατ’ εντολή του Ακιντζί. Ότι τάχα είχαν αυτήν την πρόταση πριν την αντίδραση των Τουρκοκυπρίων. Περίεργο. Τόσους μήνες συζητήσεων στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παιδείας, γιατί δεν κατατέθηκε η πρόταση του ΔΗΣΥ; Γιατί δεν κατατέθηκε καν στις 10 Φεβρουαρίου που ψηφίστηκε ο Κανονισμός; Γιατί για πρώτη φορά μίλησε για αυτήν την πρόταση ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ, μετά το Εθνικό Συμβούλιο στις 13 Φεβρουαρίου; 

Για ένα και μόνο απλό λόγο: Διότι η πρόταση του ΔΗΣΥ προέκυψε μετά την αντίδραση Ακιντζί, για να κατευνάσει και ικανοποιήσει τον Ακιντζί και τους Τούρκους και «όσους στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα δεν θέλουν τη λύση», όπως έλεγε η ανακοίνωση του ΑΚΕΛ στις 11 Φεβρουαρίου. Διότι και το ΑΚΕΛ τις πρώτες δύο μέρες (11-12 Φεβρουαρίου), περιοριζόταν να κατηγορεί όσους «έγιναν ουρά του ενωτικού – ακροδεξιού ΕΛΑΜ» και τις «μικροκομματικές σκοπιμότητες στην αδημονία κατάληψης της εξουσίας». Μόνο στις 13 Φεβρουαρίου το ΑΚΕΛ αποφάσισε να αρχίσει να  ζητά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να καταδικάσει τη απόφαση της Βουλής και να αναλάβει πρωτοβουλίες. Κι όλα αυτά όταν πλέον ο Ακιντζί ανακοίνωσε δημόσια ότι θα εγκαταλείψει τις διαπραγματεύσεις.

Άρα ας μην κοροϊδεύουν κάποιοι, ότι τάχα είχαν πριν από τον εκβιασμό Ακιντζί αποφασίσει να καταθέσουν ή να στηρίξουν αυτή την πρόταση νόμου. Ο εκβιασμός είναι ξεκάθαρος, γυμνός και αποκρουστικός. 

Παρόλα αυτά εμείς ως ΚΟΣΠ θελήσαμε να κρατήσουμε χαμηλούς τόνους. Προτείναμε από την επόμενη μέρα την συγκρότηση δικοινοτικής ομάδας συμφιλίωσης που θα μελετούσε μέτρα βασισμένα στην αρχή της αμοιβαιότητας για να ξεπεραστεί το αδιέξοδο. Ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σε πολλές του δηλώσεις κατονόμασε ενέργειες και συμπεριφορές των Τούρκων που πληγώνουν τους Ελληνοκύπριους με τον ίδιο ή ανάλογο συμβολικό φορτίο με την απόφαση της Βουλής για το δεκάλεπτο του Ενωτικού Δημοψηφίσματος.

Ο πρόεδρος Αναστασιάδης μίλησε επανειλημμένα για τη σημαία του  ψευδοκράτους στον Πενταδάκτυλο, για τα πανηγύρια στα Κόκκινα αλλά και τα πλέον πρόσφατα (επί εποχής Ακιντζί), τον αγωγό του νερού και άλλα πολλά. «Εάν για κάθε ένα από αυτά» είπε «οι Ελληνοκύπριοι εγκατέλειπαν τις συνομιλίες τότε δεν θα υπήρχε χρόνος για διαπραγματεύσεις.».

Τι πιο φυσικό λοιπόν, αφού η πλειοψηφία της Βουλής αποφασίσει σήμερα να κάνει αυτό το δώρο ειρήνης προς τον Ακιντζί (έτσι τα παρουσιάζουν κάποιοι) να ζητήσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας από τον Ακιντζί να κάνει κάτι ανάλογο. Από όσα ανέφερε στις δηλώσεις του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας , επέλεξα να θέσω ενώπιών σας αυτό που μεταφέρει ένα ιδιαίτερο συμβολισμό, έχει και περιβαλλοντικό χαρακτήρα και βρίσκει σύμφωνους χιλιάδες Τουρκοκύπριους: Την τεράστια σημαία που μολύνει την πληγή του Πενταδακτύλου.

Είναι η δική μας θετική συμβολή σε αυτή την υπόθεση. Αντί να κατηγορούμε την πλειοψηφία της Βουλής – ότι οδηγεί το λαό σε εθνική ταπείνωση εμείς καταθέτουμε σήμερα θετική πρόταση για απάβλυνση αυτών των αισθημάτων. Η υποστήριξη της πρότασης μας από την πλειοψηφία της Βουλής αλλά και κυρίως από τον Ακιντζί βεβαίως θα άρει σε μεγάλο βαθμό το άλγος και το βάρος της εθνικής ταπείνωσης για τους Ελληνοκύπριους. 

Η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων στις 10 Φεβρουαρίου μπορεί να μην διεκδικεί βραβείο πολιτικής διορατικότητας όμως η αναμενόμενη απόφαση για την πρόταση νόμου του ΔΗΣΥ διεκδικεί βραβείο πολιτικής αυτοχειρίας.

Ο Ακιντζί διέπραξε ένα μεγάλο πολιτικό λάθος εγκαταλείποντας τις διαπραγματεύσεις. Όποιος φεύγει από τις διαπραγματεύσεις δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί πλέον αξιόπιστος εταίρος και δεν μπορεί να πείσει εύκολα για τις προθέσεις του, ακόμα και όταν έχει δίκαιο. Το ζήσαμε αυτό όταν ο Πρόεδρος Αναστασίαδης διέκοψε τις συνομιλίες λόγω της επέμβασης του Barbaros στην κυπριακή ΑΟΖ. 

Μέχρι πριν λίγες μέρες ο Ακιντζί βρισκόταν στριμωγμένος στη γωνιά. Καταγγέλλόταν διεθνώς για την αρνητική του στάση παρά το γεγονός ότι δεν καταβάλαμε ιδιαίτερη προσπάθεια να τον κατηγορήσουμε ή να παίξουμε το blame game. Με όποιο συναντήσαμε αυτές τις μέρες, πρέσβεις ξένων χωρών, διπλωμάτες  ξένα πολιτικά κόμματα, όλοι επιρρίπτουν την ευθύνη στον Ακιντζί για το πάγωμα των συνομιλιών και δικαιολογούν πλήρως τον πρόεδρο Αναστασιάδη. Και ερχόμαστε εμείς σήμερα με αυτή μας την απόφαση και τον δικαιώνουμε. Με μια μονομερή, αμφιβόλου αποτελεσματικής απόφασης. Τον δικαιολογούμε στα μάτια της διεθνούς κοινότητας και παραδεχόμαστε διεθνώς ότι ο λόγος που πάγωσαν οι διαπραγματεύσεις ήταν η απόφαση της Βουλής.

Κατά τα άλλα θυμίζω ότι αυτή η ίδια πλειοψηφία, αρνήθηκε να τοποθετηθεί στην πρότασή μας για ψήφισμα της Βουλής των Αντιπροσώπων κατά της παραμονής των τουρκικών στρατευμάτων και εγγυήσεων με το πρόσχημα ότι δεν πρέπει να επεμβαίνει το κοινοβούλιο σε θέματα των διαπραγματεύσεων. 

Και όμως σήμερα προετοιμάζεται η Βουλή να επέμβει στο κυπριακό δικαιώνοντας τον Ακιντζί και την Τουρκία και στέλνοντας μηνύματα υποταγής και συμμόρφωσης σε άνομες και ποταπές απαιτήσεις.