Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Ομιλία Βουλευτή Γιώργου Περδίκη στην Ολομέλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων



«Οι τελευταίες εξελίξεις στο Κυπριακό»
(Αρ. Φακ. 23.05.049.003-2016)

 Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Κύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

Ξεκινώντας την τοποθέτηση του Κινήματος Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών στο θέμα, οφείλω να ξεκαθαρίσω ότι βασίζεται σ’ όσες πληροφορίες καταφέραμε να συλλέξουμε, μετά από μια δύσκολη και επίμονη προσπάθεια διάρρηξης του πέπλου της μυστικότητας που καλύπτει τα σκοτεινά  παρασκήνια των διαπραγματεύσεων.

Υπενθυμίζω ότι παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις και τα διαβήματα από όλα σχεδόν τα κόμματα ο Πρόεδρος αρνείται να καταθέσει στο Εθνικό Συμβούλιο τα έγγραφα των συγκλίσεων. Τις τελευταίες μάλιστα εβδομάδες έχει επιβάλλει πλήρη συσκότιση αφού δεν επιτρέπεται ούτε καν η ανάγνωση των πρακτικών των συνεδριάσεων. Η λειτουργία των υποεπιτροπών εξελίχθηκε σε ένα πρωτοφανές φιάσκο, ενώ το ίδιο το Εθνικό Συμβούλιο αντικαταστάθηκε από τις κατ´ ιδίαν συναντήσεις με τους αρχηγούς των κομμάτων.

Φρονώ ότι αυτή ειδικά την κρίσιμη ώρα επιβάλλεται περισσότερη προσπάθεια προς επίτευξη της αναγκαίας ενότητας. Η απόφαση του Προέδρου Αναστασιάδη να μεταβεί στο «ομιχλώδες και σκοτεινό» Μοντ Πελεράν κατά απαίτηση του κ. Ακιντζί για να συζητηθούν τα κρίσιμα εναπομείναντα θέματα των συνομιλιών και ιδιαιτέρως το εδαφικό σε συνδυασμό με το περιουσιακό, μακράν της Κύπρου και του λαού της, κρίνεται ως ατυχής. Διότι έτσι εμπεδώνεται στη κοινή γνώμη η πεποίθηση ότι κάτι μαγειρεύεται στα σκοτεινά μαγειρεία των διαπραγματεύσεων το όποιον είναι τόσο δύσοσμο και δύσπεπτο, που υπάρχει ανάγκη να αποκρύβει μέχρι της τελικής και μοιραίας αποκαλύψεως. Το αυτό συνεχίζεται και επαυξάνεται με την απόφαση του Προέδρου να μην συγκαλέσει Εθνικό Συμβούλιο - πράγμα πρωτοφανές - πριν την εκ δευτέρου μετάβαση του στο Μοντ Πελεράν.

Θυμίζουμε ότι τόσο ο κατοχικός ηγέτης κ. Ακιντζί , όσο και πρόσφατα ο κ. Ταλάτ, έκαναν σαφή δημόσια αναφορά στο Εθνικό Συμβούλιο χαρακτηρίζοντας το ως τροχοπέδη στην ταχεία  πρόοδο των συνομιλιών και την επίτευξη του χρονοδιαγράμματος του 2016. Να υποθέσουμε ότι το Εθνικό Συμβούλιο δεν συγκλήθηκε καθ´ υπόδειξη των κατοχικών ηγετών, για να μην παρεμποδίζεται η υλοποίηση των Τουρκικών σχεδίων;

Και να σκεφτεί κανείς ότι αυτός ο Πρόεδρος εξελέγει με το σύνθημα «ενώνουμε δυνάμεις» γιατί – έλεγε – «ο ώμος του ενός δεν είναι αρκετός να αναλάβει το βάρος της ευθύνης της λύσης του κυπριακού». Έλεγε επίσης ότι «θα σεβαστεί την απόφαση του Κυπριακού λαού του Απρίλη του 2004» και  ότι «δεν πρόκειται να φέρει τον Κυπριακό λαό ενώπιον του διλήμματος να αποδεχτεί μια συμφωνία, αν δεν θα είναι σίγουρος ότι θα διασκεδάζει τις ανησυχίες που τον οδήγησαν στην απόρριψη του σχεδίου Ανάν».

Θέλω να θυμίσω ότι με την ανάληψη της Προεδρίας από τον Πρόεδρο Αναστασιάδη καταθέσαμε συγκεκριμένη πρόταση για αλλαγή της μεθοδολογίας της συζήτησης του Κυπριακού. Στην πρόταση μας – που δανείστηκε στοιχεία από την πρόσφατη τροποποίηση του Συντάγματος της Ισλανδίας – προτείναμε  σύγχρονες μεθόδους συνδιαλλαγής, με εισαγωγή των νέων τεχνολογιών, εμπλοκή της κοινωνίας των πολιτών και της επιστημονικής κοινότητας, σπάσιμο των εθνοτικών στεγανών και διεύρυνση της κοινωνικής συλλογικότητας.

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης όμως επέλεξε την πεπατημένη, αυτή που ακολουθούσε λίγο – πολύ τα τελευταία εξήντα χρόνια η ηγεσία μας, με τα «θαυμάσια» αποτελέσματα της. Είναι η τακτική των ηγετών που συνομιλούν μεταξύ τους ή μέσω ή με τη βοήθεια διαπραγματευτών, επιτρόπων, συμβούλων και μυστικών ή φανερών μεσολαβητών, διαιτητών ή ενίοτε και επιδιαιτητών.

Να θυμίσω ότι σε αυτά τα εξήντα χρόνια αυτή η διαδικασία, παρά την – εν γένει – αναποτελεσματικότητα της, κάποτε οδηγούσε σε αποτελέσματα  τα οποία έγιναν αποδεκτά με ποικίλα συναισθήματα. Ενίοτε χαρακτηρίστηκαν νίκη (εξ’ ου και το ιστορικό «νενικήκαμεν» του Μακάριου), άλλοτε πάλι ως απλά «οδυνηρή υποχώρηση» (του ιδίου).

Το αποτέλεσμα όμως εν γένει ήταν και παραμένει θλιβερό – και πιστέψτε με ως Κίνημα Οικολόγων - Συνεργασία Πολιτών λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη την πραγματικότητα – διότι η Κύπρος παραμένει διηρημένη, ένα μεγάλο μέρος της συνεχίζει να βρίσκεται υπό Τουρκική κατοχή, συνεχίζεται ο εποικισμός και η δημογραφική αλλοίωση και εμπεδώνεται στην καρδιά και στο μυαλό των ανθρώπων η αποδοχή της διχοτόμησης. Είναι γι’ αυτό που επιδιώκουμε λύση στο Κυπριακό πρόβλημα, λύση όμως που να αποκαθιστά τη νομιμότητα, να ενώνει τον Κυπριακό λαό και να εξασφαλίζει τη συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ανεξάρτητο, κυρίαρχο και δημοκρατικό κράτος.

Η αναφορά μου στα ζητήματα της διαφάνειας και της συλλογικότητας με την οποία επέλεξα να ξεκινήσω αυτήν την τοποθέτηση μπορεί να σας φανεί επουσιώδης και ήσσονος σημασίας. Παρακαλώ κρατήστε την για το τέλος, γιατί έχει τη σημασία της.

Έχοντας λοιπόν υπόψη τα ψήγματα της επίσημης πληροφόρησης, ιχνηλατώντας μέσα από δημοσιογραφικές πληροφορίες, ομιλίες και συνεντεύξεις του Προέδρου και των συνεργατών του, πληροφορίες από πρεσβείες και ξένους διπλωμάτες και κυρίως ειδήσεις που πλουσιοπάροχα προσφέρει ο κατοχικός ηγέτης και το περιβάλλον του, προσπαθήσαμε να συνθέσουμε την εικόνα της σημερινής κατάστασης στο Κυπριακό και των τελευταίων εξελίξεων, με τη βοήθεια μιας ομάδας από ειδικούς στα θέματα της νομικής και πολιτικής επιστήμης.


Κυρίες και κύριοι,

Εμείς – σε αντίθεση με τον Πρόεδρο Ομπάμα – δεν θεωρούμε ότι το Κυπριακό είναι κυρίως πρόβλημα μεταξύ των δύο κοινοτήτων στο νησί, αλλά δημιουργήθηκε από την απόφαση της Τουρκίας να επαναδιεκδικήσει και να ανακαταλάβει την Κύπρο στη βάση στρατηγικού σχεδίου που καταρτίστηκε από το 1956 (έκθεση Νιχάτ Ερίμ) και το οποίο ακολουθεί ανελλιπώς από τότε, παρά τις κατά καιρούς παρεκκλίσεις και πάντα με τις αναγκαίες τροποποιήσεις και επικαιροποίηση.

Στη βάση αυτού του σχεδίου έγινε η εισβολή του 1974 αφού οι ίδιοι οι Έλληνες του νησιού έδωσαν στους Τούρκους την ευκαιρία με το προδοτικό πραξικόπημα που ακολούθησε μια μακρά περίοδο εσωτερικού διχασμού, σχεδιασμένου μεν από το εξωτερικό που υλοποιήθηκε όμως από Έλληνες Κύπριους συμπατριώτες μας.

Η Τουρκία στα πλαίσια του ίδιου σχεδίου εφάρμοσε ένα πρόγραμμα εθνοκάθαρσης που περιελάβανε πογκρόμ βιαιοτήτων και μαζικών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εκδιώχθηκαν με τη βία οι Ελληνοκύπριοι κάτοικοι των κατεχόμενων περιοχών και σε λίγους μήνες μεταφέρθηκαν οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι από το νότο στον κατεχόμενο βορρά. Να θυμίσω ότι ακριβώς αυτό το σημαντικό γεγονός – σταθμός στην πορεία της εφαρμογής των στρατηγικών σχεδίων της Τουρκίας, έγινε με τη δική μας συναίνεση, με την υπογραφή της συμφωνίας της Γ’ Βιέννης. Σημειώνω ότι οι Τούρκοι δεν εφάρμοσαν ποτέ το μέρος της συμφωνίας της Γ’ Βιέννης που αφορούσε τις δικές τους υποχρεώσεις έναντι των Ελληνοκύπριων εγκλωβισμένων της Καρπασίας.

Τα αποτελέσματα της συμφωνίας της Γ’ Βιέννης είναι πολύ γνωστά και όντως δραματικά για την Ελληνοκυπριακή κοινότητα και δη τους εγκλωβισμένους της Καρπασίας. Είναι δε τόσο μεγάλο το μέγεθος της αποτυχίας αυτής της συμφωνίας που ο ίδιος ο Πρόεδρος Αναστασιάδης σε μια στιγμή ειλικρίνειας και δίκαιης οργής είπε στον κ. Ακιντζί στη συνάντησης τους της 7ης Σεπτεμβρίου 2016:

«Υπάρχουν πολλά παραδείγματα μη εφαρμογής συμφωνιών από την Τουρκία όπως η Συμφωνία της 3ης Βιέννης. Δεν υπάρχει καμία εμπιστοσύνη», συνέχισε «ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους ότι η Τουρκία θα εφαρμόσει τη λύση που θα συμφωνηθεί».

Οι Τούρκοι λοιπόν επέτυχαν διά του ισχύος των όπλων και με την ανοχή της διεθνούς κοινότητας, πρώτα την κατοχή μέρους της Κύπρου και δεύτερον – με τη δική μας αφελή συναίνεση – τον γεωγραφικό διαχωρισμό του λαού. Αυτές οι αιματηρές επιτυχίες τους,  θα έπρεπε να ήταν αρκετές, εάν ο στόχος τους – όπως διατείνονται – ήταν η προστασία της Τουρκοκυπριακής μειονότητας από την Ελληνοκυπριακή πλειοψηφία.

Όμως φευ. Δεν αρκεί για την Τουρκία απλώς να κατέχει τη μισή Κύπρο, διότι ο στρατηγικός της στόχος – σύμφωνα με την έκθεση του Νιχάτ Ερίμ – είναι «η ανάγκη να βρίσκεται η στρατιωτική ισχύς της νήσου σε στιβαρά και ανώτερα χέρια, προς προάσπιση  των συμφερόντων και της ασφάλειας της Τουρκίας και του ΝΑΤΟ».

Σε άλλο σημείο ο Νιχάτ Ερίμ  λέει «η ασφάλεια της Τουρκίας και του ΝΑΤΟ, σχετίζονται στενά με τον κάτοχο της Κύπρου».

Ετέθη λοιπόν σε εφαρμογή η «δημογραφική μηχανική» για να ενισχυθεί πληθυσμιακά το Τουρκικό στοιχείο και να αποκτήσει νομικό έρεισμα το αίτημα για επαναδιεκδίκηση της Κύπρου.

Άλλωστε ο ίδιος ο Νιχάτ Ερίμ αναφέρεται στην έκθεση του στον όρο «προσωρινή πλειοψηφία των Ελλήνων» στο νησί, ενώ περιγράφει πως το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών πρέπει να παραμείνει αναλλοίωτο και αλώβητο από την Τουρκική πολιτική για να χρησιμοποιηθεί – εν καιρώ τα δέοντι – για τον πλήρη έλεγχο της Κύπρου από την Τουρκία.

Ο εποικισμός και η μεθοδευμένη προσπάθεια για αλλοίωση της δημογραφικής σύνθεσης  του πληθυσμού της Κύπρου, τρόμαξε πρώτα και κύρια τους ίδιους τους Τουρκοκύπριους. Είδαν να γίνονται πολίτες δεύτερης κατηγορίας, να χάνουν την ποθούμενη ελευθερία τους, για την οποία υποτίθεται ότι αγωνίστηκαν να αποκτήσουν έναντι της Ελληνικής πλειοψηφίας.

Και προκύπτει το ερώτημα: Αν η Τουρκία των 30 εκατομμυρίων του μετριοπαθή Ευρωπαϊστή Μεντερές στη δεκαετία του ’50, θεμελίωσε μια πολιτική επαναδιεκδίκησης του στρατηγικού ελέγχου της Κύπρου, γιατί η σημερινή Τουρκία των 70 εκατομμυρίων, του πανίσχυρου και αλλοπρόσαλλου Ερντογάν, να μην θέλει να υλοποιήσει αυτό το σχεδιασμό;

Πώς – μου έλεγε τις προάλλες ένας φίλος μου Τουρκοκύπριος – έχετε εσείς οι Έλληνες της Κύπρου την αφέλεια να πιστεύετε ότι η Τουρκία του Ερντογάν που βομβαρδίζει το λαό του, εισβάλλει με στρατό σε γειτονικές χώρες όπως τη Συρία και το Ιράκ, στηρίζει τρομοκρατικές οργανώσεις που απειλούν τη διεθνή ειρήνη από τον Καύκασο μέχρι την Άπω Ανατολή, προκαλεί τη Ρωσία, το Ισραήλ και τις ίδιες τις ΗΠΑ, πώς νομίζετε λοιπόν ότι αυτή η Τουρκία θα συναινέσει στην επίλυση του Κυπριακού προβλήματος και θα εγκαταλείψει τα σχέδια της για επανακατάληψη της μικρής και ανίσχυρης Κύπρου;

«Να το σκεφτείτε, κάπου κάνετε λάθος», μου έλεγε κουνώντας το κεφάλι.

Εμείς νομίζουμε ότι είναι αφελές να πιστεύει κάποιος ότι το Κυπριακό είναι ένα πρόβλημα που μπορεί να λυθεί στο εργαστήρι των διαπραγματεύσεων, αναμιγνύοντας υγρά σε δοκιμαστικούς σωλήνες. Το Κυπριακό είναι ένα πολύχρονο γεωπολιτικό ζήτημα που επηρεάζει και επηρεάζεται από τις ευρύτερες εξελίξεις στην περιοχή μας. Ας δοκιμάσουμε να σκεφτούμε ψύχραιμα και γεωπολιτικά.

Μας έλεγαν στην αρχή αυτής της διαδικασίας ότι η Τουρκία έχει συμφέρον από την επίλυση του Κυπριακού. Σύμφωνα με ένα Αμερικάνικο μύθο, η επίλυση του Κυπριακού μπορεί να είναι μια «win – win situation», μια υπόθεση δηλαδή «αμφοτέρως επικερδής».

Πριν από δύο χρόνια έλεγαν κάποιοι ότι για δύο λόγους η Τουρκία είναι έτοιμη να απαγκιστρωθεί από το στρατηγικό της σχέδιο για επανάκτηση της Κύπρου, να εγκαταλείψει την άτεγκτη στάση της και να προχωρήσει σε τέτοιες ενέργειες που να επιτρέπουν την επίλυση του Κυπριακού «επί κοινή ωφελεία».

Όπως ορθά σημειώθηκε τότε από πολλούς – πολύ πρόχειρα θυμάμαι τώρα τον Πρόεδρο της ΠΣΕΚΑ Κρις Κρίστοφερ για παράδειγμα – εάν η Τουρκία επιθυμούσε διακαώς την επίλυση του Κυπριακού, θα μπορούσε να το επιδείξει λαμβάνοντας απλά, εμφανή και χωρίς κόστος μέτρα. Τέτοια θα μπορούσαν να ήταν η αποχώρηση μέρους των κατοχικών στρατευμάτων ή η επιστροφή της Αμμοχώστου (ή έστω η παροχή άδειας σε εμπειρογνώμονες να εισέλθουν στο έγκλειστο μέρος της πόλης), η διευκόλυνση του έργου της διερευνητικής επιτροπής για τους αγνοούμενους, το άνοιγμα του οδοφράγματος Κοκκίνων και Πυροΐου ή έστω το σβήσιμο της τεράστιας σημαίας που μολύνει την πλαγιά του Πενταδακτύλου.

Ουδέν από τα πιο πάνω έγινε. Και τούτο ποσώς πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας.

Στην αρχαία Ελλάδα πριν από κάθε σοβαρή εργασία, οι άνθρωποι αναζητούσαν να ανιχνεύσουν τη βούληση των Θεών. Έκανα διάφορα, παρατηρούσαν τον τρόπο που πετούσαν τα πουλιά, «διάβαζαν» τα εντόσθια των ζώων που θυσίαζαν, ερμήνευαν φυσικά φαινόμενα, κατέφευγαν σε μάντεις και προφήτες.

Στη σημερινή πεζή εποχή, αντί για οιωνοσκόπους επιβάλλεται να χρησιμοποιούμε την επιστημονική μελέτη και την παρατήρηση των γεωπολιτικών δεδομένων για να μπορούμε να προβλέπουμε κατά το δυνατόν σωστά. Στη διεθνή πολιτική – λένε – το 50% της επιτυχίας είναι η ορθή πρόβλεψη (το άλλο 50% η έγκαιρη προετοιμασία).

Έχουμε την άποψη ότι οι οιωνοί δεν δικαιολογούν τη θέση κάποιων ότι η Τουρκία αντιλαμβάνεται την επίλυση του Κυπριακού ως αναγκαία για να επιτύχει τους στρατηγικούς της στόχους, εκτός εάν η ίδια η μορφή της λύσης, τους εξυπηρετεί και οδηγεί (έστω κι από άλλη οδό) στην επίτευξη των στρατηγικών της στόχων.

Μας έλεγαν λοιπόν ότι η Τουρκία πιέζεται για λύση του Κυπριακού για δύο λόγους α) για να διευκολύνει την πορεία των ενταξιακών της διαπραγματεύσεων και β) για να έχει πρόσβαση στα κοιτάσματα του φυσικού αερίου στην Κυπριακή ΑΟΖ και να μπει στο ενεργειακό παιχνίδι. 

Ας εξετάσουμε τα δύο αυτά στρατηγικά επιχειρήματα.

1ον) Το χαρτί της Ευρώπης, στην παρούσα φάση και στο προβλεπτόν μέλλον αφήνει παγερά αδιάφορη την Τουρκία. Μόλις την περασμένη εβδομάδα ο Ερντογάν απείλησε ότι θα θέσει σε δημοψήφισμα – με πρόταση αποδοχής – το αίτημα για εγκατάλειψη της ενταξιακής διαδικασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όταν το 2004 ο Κυπριακός λαός απέρριπτε το σχέδιο Ανάν, όντως υπήρχε η ελπίδα ότι οι ενταξιακές προσδοκίες της Τουρκίας μπορούσαν να λειτουργήσουν ως καταλύτης στη διευκόλυνση της λύσης του Κυπριακού. Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι τα κατά συρροή λάθη της Κυπριακής ηγεσίας, τα συμφέροντα και η αναλγησία των Ευρωπαίων και του ΝΑΤΟ αλλά κυρίως οι αλλαγές στην ίδια την Τουρκία και στην περιοχή μας, έχουν ακυρώσει πλήρως τον παράγοντα Ευρώπη. Αντίθετα, περάσαμε και εποχές που το όραμα για Ευρωπαϊκή λύση του Κυπριακού κόντεψε να μετατραπεί σε κίνδυνο ευρωδιχοτόμησης. Ο κίνδυνος αντιμετωπίστηκε όμως σε μεγάλο βαθμό αξιοποιώντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με πολλή δουλειά από πολλούς παράγοντες.

Είναι βέβαια ευρέως αποδεκτό ότι η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ενισχύσει – όπως θα δούμε πιο κάτω – τη διαπραγματευτική μας θέση στις συνομιλίες καθιστώντας ανέφικτους επιμέρους στόχους των Τουρκοκυπρίων. Όμως το γεγονός αυτό σε καμία περίπτωση επηρέασε τις στρατηγικές ισορροπίες στην περιοχή. Το επιχείρημα λοιπόν όσων υποστηρίζουν τους χειρισμούς του Προέδρου Αναστασιάδη ότι η Τουρκία θα λύσει το Κυπριακό, κάνοντας έστω και στο ελάχιστο εκπτώσεις στις στρατηγικές της επιδιώξεις, είναι έωλο και ανεδαφικό.

2ον) Το ενεργειακό χαρτί, είναι επίσης ασαφές, αναιμικό και αδύναμο να καταστεί ικανό κίνητρο για να πιεστεί η Τουρκία σε εγκατάλειψη των σχεδίων της για στρατηγική κατοχή της νήσου. Η συμμετοχή της Τουρκίας στο ενεργειακό παιχνίδι είναι δεδομένη γιατί ήδη έχουν σχεδιαστεί και βρίσκονται σε στάδιο υλοποίησης μεγάλα ενεργειακά έργα. Μόνο με αυτά, καθίσταται σημαντικός ενεργειακός παίκτης στην περιοχή, αξιοποιώντας τα υπάρχοντα κοιτάσματα φυσικού αερίου στον Καύκασο και στην Υπερκαυκασία. Ας μην μας διαφεύγει και το σχέδιο για κατασκευή από τη Ρωσική εταιρεία Rosatom, του εργοστασίου πυρηνικής ενέργειας στο Άκκουγιου, ακριβώς απέναντι από την Κύπρο, που θα καταστήσει την Τουρκία τη μοναδική χώρα που θα παράγει ηλεκτρισμό με πυρηνική ενέργεια στην Ανατολική Μεσόγειο.

Είναι γνωστό επίσης, ότι η παρούσα και για το άμεσο μέλλον κατάσταση στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου και τα διαθέσιμα κεφάλαια για ενεργειακά έργα στη διεθνή οικονομία, δεν καθιστούν προς το παρόν, επείγουσα και αναγκαία την εκμετάλλευση των όποιων κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε αυτό το σημείο θα έλεγε κανείς προβοκατόρικα ότι για την Τουρκία δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για έλεγχο των κοιτασμάτων της Κυπριακής ΑΟΖ, από το να μετατραπεί το νησί σε προτεκτοράτο της. Το δέλεαρ για λύση του Κυπριακού μπορεί να λειτουργήσει και ως κίνητρο για επιτάχυνση της υλοποίησης των σχεδίων της Τουρκίας για στρατηγική κατάληψη της Κύπρου.

Αφού λοιπόν τίποτα δεν φαίνεται να πιέζει την Τουρκία για άμεσες κινήσεις στο Κυπριακό, γιατί αναπτύσσεται τόσο έντονη δραστηριότητα στη βάση του χρονοδιαγράμματος του 2016; Γιατί ο Ερντογάν πιέζει και εκβιάζει για επίτευξη συμφωνίας μέχρι το τέλος του 2016; Γιατί απειλεί με εντατικοποίηση του εποικισμού, ολοκλήρωση των σχεδίων για την παροχή νερού από την ηπειρωτική Τουρκία, προώθηση του σχεδίου της ηλεκτρικής διασύνδεσης – και το κυριότερο – απειλεί με προσάρτηση της Κύπρου από την Τουρκία κατά το πρότυπο της Κριμαίας;

Μπορώ μάλιστα να σας βεβαιώσω ότι δεν είναι λίγες οι φορές τους τελευταίους μήνες, που στις δημόσιες αλλά και κατ’ ιδίαν τοποθετήσεις του Προέδρου Αναστασιάδη, των συνεργατών του αλλά και όσων συμφωνούν με την τακτική του, διαβλέπω μια δόση πανικού, ότι δηλαδή η Τουρκία είναι έτοιμη να υλοποιήσει τις απειλές της (όπως άλλωστε έχει πράξει πολλάκις στο παρελθόν).

Δεν θα επιμείνω περισσότερο στο σημείο αυτό, διότι έτσι θα συμμετείχα άθελα μου στη διαδικασία της τρομοκράτησης του Κυπριακού λαού. Δεν έχουν ακόμα – βλέπετε – σβήσει από τη μνήμη μου οι μνημειώδεις απειλές για την κεραμίδα που θα πέσει στο κεφάλι των Ελληνοκυπρίων ή τη νέα μικρασιατική καταστροφή που μας απειλούσε εάν απορρίπταμε το σχέδιο Ανάν. Τα εργοστάσια του φόβου και του πανικού, φαίνεται να έχουν ξεκινήσει την παραγωγή φοβικών συνδρόμων και εφιαλτικών σεναρίων.

Όμως είναι δυνατόν ο Πρόεδρος Αναστασιάδης να παρασύρεται από φοβικά σύνδρομα και τους εφιάλτες του 2004 που φαίνεται να βρικολακιάζουν;

Έχουμε την άποψη ότι ο Πρόεδρος λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις απειλές της Τουρκίας και καλώς πράττει. Το ορθότερο βεβαίως θα ήταν να εργάζεται και να προετοιμάζεται προς αποτροπή τους. Άλλωστε το ενδεχόμενο ενός ναυαγίου – με όση καλή θέληση κι αν επιδείξει ο ίδιος – δεν μπορεί να αποκλειστεί. Σε αυτήν την προσπάθεια για αντιμετώπιση των απειλών της Τουρκίας οφείλουμε όλες οι πολιτικές δυνάμεις και ο λαός να προσφέρουμε στήριξη και συμπαράσταση στην πολιτική μας ηγεσία και στον Πρόεδρο Αναστασιάδη. Θα έπρεπε ήδη να σχεδιάζουμε – υπό τύπο σχεδίου Β’ – όλοι μαζί την απάντηση μας στο οποιοδήποτε ενδεχόμενο υλοποίησης των Τουρκικών απειλών. Κάτι τέτοιο όμως δεν γίνεται και επί τούτου δεν χωρεί καμία αμφιβολία.

Αντ’ αυτού, φαίνεται να έχει επιλεγεί η οδός της συναίνεσης. Είναι – λένε – ο μόνος ασφαλής τρόπος που αποτρέπει την Τουρκία από το να προχωρήσει στην υλοποίηση των απειλών της για προσάρτηση. Με το ίδιο σκεπτικό θα έλεγα ότι ο αείμνηστος Γλαύκος Κληρίδης το τραγικό εκείνο διήμερο της διάσκεψης της Γενεύης τον Αύγουστο του ‘74 θα μπορούσε να αποφύγει την επιχείρηση Αττίλας 2 αν αποδεχόταν το σχέδιο Γκιουνές, που προνοούσε την ειρηνική και χωρίς θυσίες ανθρώπινων ζωών και καταστροφή περιουσιών, παραχώρηση στους Τούρκους του 34% των εδαφών της Κύπρου. Αλλά δεν το έπραξε και δεν βρέθηκε ποτέ κανένας να τον κατηγορήσει γι’ αυτό.

Αλλά σε αυτό το σημείο κρίνω σκόπιμο να εξετάσουμε έναν άλλο σημαντικό παράγοντα ο οποίος παίζει – κατά την άποψη μου – πολύ σημαντικό ρόλο στην εμπέδωση και συνειδητοποίηση των κινδύνων που εμπεριέχει ένα ναυάγιο των συνομιλιών. Η αναγνώριση αυτού του παράγοντα είναι χρήσιμη, διότι μπορεί να εξηγήσει – σε κάποιο βαθμό – γιατί ετέθη αυτό το ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα και βιώνουμε την επιτάχυνση των συνομιλιών, με χρονικό ορίζοντα την πολυμερή διάσκεψη μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου.

Η διευθέτηση του Κυπριακού, πριν να σιγήσουν τα όπλα στη Συρία, θα ενισχύσει τη γεωπολιτική θέση της Τουρκίας στις διαπραγματεύσεις για το μέλλον της Συρίας. Είναι γι’ αυτό το λόγο που η Ρωσία έχει πολλάκις αμφισβητήσει το πιεστικό χρονοδιάγραμμα που θέτουν Τουρκία Και ΗΠΑ για επίτευξη συμφωνίας στο Κυπριακό. Η Ρωσία έχει καταγγείλει δημόσια τις παρεμβάσεις των ΗΠΑ και φαίνεται να μην ευνοεί – σε αντίθεση με τους Αμερικανούς της κ. Νιούλαντ – την επίτευξη συμφωνίας άρον – άρον μέσα στο 2016.

Σύμφωνα με τη δική μας εκτίμηση, η βεβιασμένη επίτευξη συμφωνίας μέσα στο 2016 εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Τουρκίας και των ΗΠΑ σε σχέση με το Συριακό και την επαναχάραξη του γεωπολιτικού χάρτη της περιοχής μας. Για όσους θα σπεύσουν να ισχυριστούν αφελώς ότι «εμάς δεν μας ενδιαφέρουν οι λόγοι που η Τουρκία αποφάσισε ότι είναι η ώρα να λύσει το Κυπριακό, ας εκμεταλλευτούμε το παράθυρο ευκαιρίας», συστήνω να μην βιάζονται και να κρατούν μικρό καλάθι.

Η Τουρκία προειδοποιεί ότι «μόνο η ίδια καθορίζει το όριο των υποχωρήσεων της» (πρόσφατη δήλωση του πρωθυπουργού της Τουρκίας κ. Γιλντιρίμ).

Συνεπώς όσοι ελπίζουν ότι οι Αμερικανοί της κ. Νιούλαντ, θα καταφέρουν να πείσουν τους Τούρκους να εγκαταλείψουν το στρατηγικό τους στόχο για έλεγχο της Κύπρου διά της Τουρκοκυπριακής κοινότητας, η οποία θα αναβαθμιστεί σε ισότιμος συνέταιρος στη νέα κατάσταση πραγμάτων, πλανώνται πλάνην οικτρά.

Ναι, οι γεωπολιτικές συγκυρίες είναι ενδιαφέρουσες και προσφέρονται για σοβαρή μελέτη και αξιοποίηση. Για να γίνει όμως αυτό, ιδιαίτερα από ένα μικρό κράτος όπως η Κύπρος με μια ηγεσία που συνήθως κινείται αργά και διστακτικά, χρειάζεται χρόνος. Αυτό λοιπόν το κύριο και αναγκαίο συστατικό για απόκτηση στρατηγικών πλεονεκτημάτων στη διαπραγμάτευση επιχειρούν να αφαιρέσουν από τον Πρόεδρο Αναστασιάδη όσοι τον έχουν ζεύξει στο ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα του Δεκεμβρίου του 2016. Έχουμε την άποψη ότι είναι προς το συμφέρον της υπόθεσης της Κύπρου, να απεγκλωβιστεί με επιδέξιους και αποφασιστικούς χειρισμούς από τη χρονοθυρίδα των εκβιαστικών διλημμάτων και να κερδίσει χρόνο.

Χρόνο, που δεν πρέπει να τον αφήνει να παρέρχεται άσκοπα και άστοχα. Στους επόμενους μήνες πρέπει να επιταχυνθούν οι διαδικασίες ενδυνάμωσης των στρατηγικών συμμαχιών της Κύπρου με τις γειτονικές κι άλλες χώρες. Αρκετά καθυστερήσαμε. Είναι καιρός να προχωρήσουμε σε αμυντικές συμφωνίες. Να επιταχύνουμε τα ενεργειακά έργα, τον αγωγό φυσικού αερίου Ισραήλ – Κύπρου – Ελλάδας και την ηλεκτρική διασύνδεση των τριών χωρών. Να προχωρήσουμε το πρόγραμμα των γεωτρήσεων στην Κυπριακή ΑΟΖ παρακάμπτοντας τις ενστάσεις της Τουρκίας.

Έχουμε μάλιστα την άποψη ότι οι ενστάσεις της Τουρκίας θα ενδυναμωθούν και εν πολλοίς θα αποκτήσουν και πολιτική νομιμοποίηση εάν οι συνομιλίες για το Κυπριακό βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο. Ακόμα και στο ενδεχόμενο ναυαγίου η Τουρκία θα βγει ενισχυμένη, έτοιμη να προτάξει τα επιχειρήματα της, που θα δικαιολογούν τη δυναμική παρέμβαση της για αποτροπή των γεωτρήσεων στην Κυπριακή ΑΟΖ.

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης πρέπει να είναι λοιπόν τις επόμενες μέρες ιδιαίτερα προσεκτικός. Στο επόμενο διάστημα αν δεν προσέξει μπορεί να θέσει εαυτόν – και βεβαίως την υπόθεση της Κύπρου – σε αναπόδραστη διαδρομή που θα καταλήγει σε ανυπέρβλητα αδιέξοδα.

Κυρίες και κύριοι,

Όπως είπε πρόσφατα σε μια δημόσια ομιλία του ο Πρόεδρος Αναστασιάδης «σαράντα δύο χρόνια είναι πολλά». Και προσθέτω με δικά του λόγια «Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα αποδεχθούμε μια άδικη και μη βιώσιμη συμφωνία στο Κυπριακό που θα καθιστά την Κύπρο προτεκτοράτο της Τουρκίας».

Η σημερινή γενιά των πολιτικών και ιδιαίτερα ο Πρόεδρος Αναστασιάδης θα κριθούμε από την ιστορία και τις μελλοντικές γενιές, όχι για όσα κάναμε ή δεν κάναμε τα χρόνια που ζούμε, αλλά μάλλον για την κληρονομιά που τους αφήσαμε. Αν τους αφήσουμε μια χώρα μοιρασμένη όπως την παραλάβαμε, θα μας καταδικάσουν. Αν τους αφήσουμε μια χώρα υπόδουλη στην Τουρκία, όπου οι Έλληνες θα ζουν υπό ζυγό και θα μεταναστεύουν σωρηδόν στην αναζήτηση μιας «ώρας ελεύθερη ζωή», τότε θα μας καταριούνται εσαεί.

Χρειάζεται λοιπόν προσοχή, στην προσπάθεια που καταβάλει ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, να αποφύγει κατά τρόπο που δεν θα χωρεί αμφιβολία, το ενδεχόμενο να καταστεί η Κύπρος, προτεκτοράτο της Τουρκίας.

Είναι προς τούτο ιδιαίτερα σημαντικό να καταλήξουμε στην απόφαση και να επιμένουμε στην εμπλοκή όλων των μεγάλων δυνάμεων στη διαδικασία των συνομιλιών. Δεν ξέρω σε ποιο σημείο βρίσκονται σήμερα οι σχέσεις μεταξύ Κύπρου – Ρωσίας, αν η Κυβέρνηση ενημερώνει τη Μόσχα συνεχώς και αδιαλείπτως για τις συνομιλίες μεταξύ των ηγετών και των διαπραγματευτικών ομάδων, αλλά είμαι σίγουρος ότι ούτε ο κ. Λαβρόφ,  ούτε κανένας άλλος ξένος διπλωμάτης, μπορεί να μπαινοβγαίνει στο Κυπριακό όπως η κ. Νιούλαντ.

Αν κάποιος συνεχίζει να σκέφτεται με βάση τα ψυχροπολεμικά δεδομένα μπορεί να δικαιολογήσει αυτό το Αμερικανικό μονοπώλιο στο Κυπριακό. «Ανήκουμεν εις τη Δύσην» έλεγαν κάποτε οι κυβερνώντες. Έχουμε την άποψη ότι οι καιροί άλλαξαν. Το Ρωσικό αεροπλανοφόρο Ναύαρχος «Κουζνέτσοφ» βρίσκεται στα ανοικτά της Κύπρου και επιχειρεί στη Συρία, δίπλα από το Γαλλικό αεροπλανοφόρο «Σαρλ Ντε Γκολ» που κάνει ακριβώς το ίδιο και στη συνέχεια ανεφοδιάζονται και τα δύο σκάφη στα Κυπριακά λιμάνια.

Λίγα μέτρα πιο κάτω Νατοϊκά βομβαρδιστικά χρησιμοποιούσαν τη βάση Ακρωτηρίου για να βομβαρδίσουν τον ISIS αλλά – κατά τύχη – και τις θέσεις του Συριακού στρατού. Η Κύπρος βρίσκεται στο επίκεντρο των συγκρούσεων των μεγάλων δυνάμεων, διατηρώντας την ουδετερότητα της – και καλά κάνει να τη διατηρήσει.

Η ουδετερότητα όμως απαιτεί ισορροπίες. Οι ισορροπίες απαιτούν ισόρροπη στάση και ισοδύναμη συμπεριφορά προς τις μεγάλες δυνάμεις. Δυστυχώς η εμπλοκή των μεγάλων δυνάμεων στη διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού, χαρακτηρίζεται από μια μεγάλη ανισορροπία υπέρ των ΗΠΑ. Η κ. Νιούλαντ ανέλαβε να λύσει το Κυπριακό, μέσα στα πλαίσια των συμφερόντων του ΝΑΤΟ και της Τουρκίας (θυμηθείτε τα λόγια του Νιχάτ Ερίμ) και εμείς φαίνεται να το αποδεχόμαστε χωρίς αντίδραση.

Είναι προς το συμφέρον των Ελλήνων της Κύπρου και του συνόλου του Κυπριακού λαού να επιδιώξουμε τη δυναμική εμπλοκή της Ρωσίας και άλλων δυνάμεων στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων. Αυτό δεν έγινε μέχρι τώρα. Κακώς. Τώρα έφτασε η στιγμή που εάν αυτό δεν επιδιωχθεί με στοχοπροσήλωση θα διαπράξουμε θανάσιμο λάθος. Επιβάλλεται να ξεκαθαρίσουμε το τοπίο, γιατί δυστυχώς οι τοποθετήσεις της κυβερνητικής παράταξης είναι εν πολλοίς αντιφατικές και συγχύζουν.

Η δική μας θέση ως Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών, είναι καθαρή σαν κρύσταλλο: Η επικύρωση του συμφωνημένου, μεταξύ των δύο κοινοτήτων, πλαισίου για την ασφάλεια που θα περιλαμβάνει και την κατάργηση των εγγυήσεων του ’60, είναι υπόθεση μιας Διεθνούς Διάσκεψης στην οποία θα συμμετέχουν ισότιμα τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Κυπριακή Δημοκρατία και βεβαίως η Ελλάδα και η Τουρκία. Ούτε πολυμερής, ούτε πενταμερής διάσκεψη. Και προς Θεού, καμία σχέση με τη διαδικασία του Μπούργκενστοκ.

Κοιτάξτε. Είμαι ίσως ο μοναδικός σε αυτήν την αίθουσα που έζησα προσωπικά την εμπειρία της συνάντησης στο Μπούργκενστοκ και σας λέω ότι είναι παράδειγμα προς αποφυγή.

Όσοι αναφέρονται στο Μπούργκενστοκ και παίζουν με ασαφείς πλην επικίνδυνες διατυπώσεις προσφέρουν κάκιστη υπηρεσία.

Στο Μπούργκενστοκ οδηγηθήκαμε ως μέρος μιας διαδικασίας που εμπεριείχε το στοιχείο της επιδιαιτησίας (που ευτυχώς δεν έχουμε στην παρούσα φάση) και των ασφυκτικών χρονοδιαγραμμάτων (που δυστυχώς υπάρχουν και τώρα έστω και συγκαλυμμένα) ως τραγικές συνέπειες της συνάντησης της Νέας Υόρκης τον Φεβρουάριο του 2004.

Στο Μπούργκενστοκ είχαμε επίσης συζήτηση εφ’ όλης της ύλης του Κυπριακού, μια κατάσταση την οποία οφείλει ο Πρόεδρος Αναστασιάδης ανυπερθέτως να αποφύγει αυτή τη φορά.

Τέλος, στο Μπούργκενστοκ είχαμε την παράλληλη παρουσία των εγγυητριών δυνάμεων, έτοιμων να εμπλακούν στη συζήτηση όλων των θεμάτων και μεταξύ αυτών και των ζητημάτων που αφορούν την ασφάλεια και τις εγγυήσεις. Μάλιστα θυμάμαι πολύ καλά ότι έγιναν και μεταξύ τους συναντήσεις, εκεί στον ίδιο χώρο του χιονισμένου Ελβετικού θερέτρου.

Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της συνάντησης του Μπούργκενστοκ (και άλλα ίσως που τώρα μου διαφεύγουν) πρέπει να αποφευχθούν επιμελώς. Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης πρέπει να παύσει να αναφέρεται ακόμα και ως αστείο στο Μπούργκενστοκ (εκτός εάν θέλει να ενεργοποιήσει τα απορριπτικά αντανακλαστικά της πλειοψηφίας του Κυπριακού λαού).

Πρέπει να αποφύγει την εμπλοκή στη συζήτηση άλλων θεμάτων και ή δυνατόν να επιδιώξει σύγκλιση με τον Ακιντζί στα θέματα εγγυήσεων και ασφάλειας, πριν τεθεί ενώπιον της Διεθνούς Διάσκεψης. Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης έχει προς τούτο καταθέσει σχετική πρόταση – χωρίς δυστυχώς να τη συζητήσει με το Εθνικό Συμβούλιο και χωρίς τη συναίνεση όλων μας – την οποία εξ’ όσων γνωρίζουμε έχει ήδη προσπαθήσει να συζητήσει επανειλημμένα με τον Ακιντζί. Είναι πιστεύω ουσιώδες να επιδιωχθεί τις αποφάσεις για την ασφάλεια της Κύπρου, να τις πάρουν οι ίδιοι οι Κύπριοι. 

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης πρέπει να επιμένει στην άμεση αποχώρηση των Τουρκικών στρατευμάτων αναδιατυπώνοντας την πρόταση του, σύμφωνα με τις απόψεις της πλειοψηφίας των κομμάτων. Κανένας λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να αποδεχτεί στην ρευστή περίοδο της εφαρμογής της λύσης του Κυπριακού να βρίσκονται ισχυρές δυνάμεις του Τουρκικού στρατού στην Κύπρο. Πρέπει με την έναρξη εφαρμογής της συμφωνίας να περιοριστούν οι στρατιωτικές δυνάμεις των δύο εγγυητριών δυνάμεων στους αριθμούς που προνοούσαν οι συνθήκες του ’60, για όση χρονική περίοδο θα χρειαστεί για να εφαρμοστεί η συμφωνία (ήδη λέγεται για 90 ημέρες).

Όσον αφορά τις εγγυήσεις, απορρίπτουμε τις εγγυήσεις από την Τουρκία ή άλλη ξένη χώρα ή οργανισμό. Καμία σύγχρονη χώρα δεν καταφεύγει σε εγγυήσεις στο εξωτερικό για να εξασφαλίσει συνθήκες εσωτερικής ασφάλειας. Θα ήμουν ιδιαίτερα ικανοποιημένος εάν εμείς ως Έλληνες της Κύπρου είχαμε συμφωνήσει τουλάχιστον σε αυτό το ουσιώδες ζήτημα των στρατευμάτων και των εγγυήσεων.

Όμως το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Αναστασιάδης κατέθεσε σχετική πρόταση χωρίς διαβούλευση με τις πολιτικές δυνάμεις, και το γεγονός ότι ετοιμάζεται να προχωρήσει σε πολυμερή διάσκεψη για την ασφάλεια χωρίς ουσιαστικό διάλογο με τις πολιτικές δυνάμεις όπως επίσης και το γεγονός ότι τα δύο μεγάλα κόμματα αρνήθηκαν – προτάσσοντας έωλα επιχειρήματα – να τοποθετηθεί η Βουλή επί του θέματος, συνιστούν ανησυχητικούς οιωνούς.

Ελπίζω και εύχομαι το θέμα της ασφάλειας και των εγγυήσεων, να μην μπει στη λογική του ασφυκτικού χρονοδιαγράμματος που θέτει η παρούσα ηγεσία της Αμερικανικής διπλωματίας και να συνθλιβούν οι δίκαιες και λογικές απαιτήσεις μας, από τις μυλόπετρες των γεωπολιτικών συμφερόντων της Ουάσιγκτον.

Θέλω παρακαλώ να προσέξετε ιδιαιτέρως ότι μέχρις στιγμής επιλέγω να επικεντρώνομαι στο «τι μέλλει γενέσθαι», καταθέτοντας προτάσεις και εισηγήσεις. Και τούτο για να δοθεί προκαταβολικά απάντηση σε όσους ψευδώς στη συνέχεια θα μιλήσουν για «άγονη μηδενιστική κριτική που στερείται προτάσεων και εισηγήσεων».

Πάντα ως Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών συνηθίζουμε να έχουμε προτάσεις τις οποίες καταθέτουμε με θάρρος και παρρησία. Στη μοναδική μάλιστα περίπτωση όταν ο Πρόεδρος Αναστασιάδης έστερξε να ζητήσει τις απόψεις των κομμάτων για μια άλλη εναλλακτική στρατηγική, δεν ήμασταν εμείς που δογματικά απαντήσαμε ότι «δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία και δεν συζητούμε τίποτα άλλο». Κι όντως δεν συζητήθηκε η πολυσέλιδη μελέτη και κατάθεση εισηγήσεων μας για μια άλλη στρατηγική που θα μας έφερνε – κατά την ταπεινή μας γνώμη – πιο κοντά σε μια στοιχειωδώς δίκαιη και βιώσιμη λύση στο Κυπριακό.

Φρονούμε λοιπόν ότι δεν είναι της ώρας να επανέλθουμε στο θέμα αυτό. Δεν είναι της ώρας να ξεθάψουμε από το χρονοντούλαπο της ιστορίας Βρετανικά και Τουρκικά έγγραφα που πιστοποιούν ότι η Διζωνική Ομοσπονδία, με το συγκεκριμένο περιεχόμενο που της αποδίδουν – Τούρκοι και Βρετανοί – εξυπηρετεί το στόχο της επανάκτησης της Κύπρου από την Τουρκία.

Δεν είναι της ώρας να αποδείξουμε με μαθηματική ακρίβεια ότι σε ένα μικρό και συνεκτικό κράτος όπως η Κύπρος, η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία είναι δύσκολο να λειτουργήσει προσφέροντας στους πολίτες της χώρας – ανεξάρτητα από θρησκεία και εθνική καταγωγή – μια δίκαιη και αποτελεσματική διακυβέρνηση. Μου είναι δύσκολο – και δεν επιθυμώ – αυτήν την ώρα, να εντρυφήσω στις διαφορές που έχει η Κύπρος από το Βέλγιο, τις ΗΠΑ ή τη Γερμανία και ότι είναι εντελώς αδόκιμο και αντι-επιστημονικό από κάθε άποψη να συγκρίνονται ανόμοια πράγματα και καταστάσεις.

Θεωρώ εντελώς αχρείαστο και επικίνδυνο να ξανανοίξουμε αυτή τη διχαστική συζήτηση αυτήν την ώρα που επιβάλλεται συγκέντρωση και ενότητα λόγω των λεπτών χειρισμών που εμείς – η πολιτική ηγεσία της χώρας – επιβάλλεται να διεκπεραιώσουμε.

Είναι γι’ αυτό που καλέσαμε τον Πρόεδρο Αναστασιάδη να αναλάβει τις ευθύνες του. Να κινηθεί κατά τρόπο ενωτικό και συγκαταβατικό. Να ρίξει γέφυρες συνεννόησης και συνεργασίας και να μην είναι αυτός ο πρώτος που πυρπολεί με άστοχες ενέργειες ή δηλώσεις το κλίμα στο εσωτερικό μέτωπο.

Αυτή την ώρα έχουμε την άποψη ότι δεν πρέπει να βιαστούμε να χωριστούμε σε «απορριπτικούς» και «ενδοτικούς». Δεν θα βιαστούμε να τοποθετηθούμε υπέρ ή κατά της συμφωνίας πριν ακόμα συμπληρωθεί και τεθεί ενώπιον του λαού.

Όπως ήδη έχω πει, προσπαθήσαμε καλοπροαίρετα να καταθέσουμε προτάσεις, να ενημερώσουμε και να κινητοποιήσουμε την κοινωνία σε αυτή την υπόθεση, σπάζοντας τα στεγανά των ηγετικών παρασκηνίων.  Αφού αυτό δεν έγινε κατορθωτό, με ευθύνη του Προέδρου και των κύκλων του προεδρικού, εμείς αποφασίσαμε να συμπεριφερθούμε με σοβαρότητα και υπευθυνότητα, αποφεύγοντας τις ακρότητες και τον ρεβανσισμό.

Στα πλαίσια αυτής της ομιλίας λοιπόν δεν πρόκειται να μηδενίσουμε την διαπραγματευτική προσπάθεια αποκρύβοντας την θετική πρόοδο, ούτε όμως να συσκοτίσουμε και να αποκρύψουμε τα αρνητικά των υποχωρήσεων.

Ένα είναι το βέβαιο: υπάρχουν ακόμα πολλά κενά, ασάφειες και διχογνωμίες που καθιστούν αδύνατο να καταλήξει κανείς με ωριμότητα και πληρότητα μία ολοκληρωμένη άποψη. 

Από τις μέχρι σήμερα συγκλίσεις πάντως και με την επιφύλαξη ότι μας λείπουν σημαντικά και κρίσιμα μέρη του ψηφιδωτού, σημειώνουμε – ενδεικτικά και καθόλου εξαντλητικά – τα εξής:

1) Στη διακυβέρνηση έχουν υιοθετηθεί πρακτικές που πόρρω απέχουν από τη διασφάλιση δημοκρατικής εκπροσώπησης των πολιτικών τάσεων και ιδεολογιών. Επικρατεί ο δικοινοτισμός του Συντάγματος του ‘60, με δικαιώματα αρνησικυρίας και ειδικές πλειοψηφίες. Το σύστημα φαίνεται να είναι δυσλειτουργικό και δύσχρηστο. Εγκαταλείφθηκε η πολύ πρακτική πρόταση για κοινό ψηφοδέλτιο προέδρου-αντιπροέδρου,  που συνδυάζει το δικοινοτικό χαρακτήρα με την ιδεολογική και πολιτική ταυτότητα και συνοχή και λύνει εξ´ υπαρχής τα αδιέξοδα στη βάση της πολιτικής της δικοινοτικής συμφωνίας και όχι του δικοινοτικού διαχωρισμού. Τα περιβόητα «check end balances» δηλαδή οι μηχανισμοί ελέγχου και ισορροπίας θα έπρεπε να παύσουν να είναι δικοινοτικού χαρακτήρα και να γίνουν θεσμικοί, όπως συμβαίνει σε όλα τα σύγχρονα κράτη. Στην προσπάθεια να ξεπεραστεί το αδιέξοδο της «μη απόφασης» – που δημιουργείται από την εισαγωγή στο σύστημα δυσλειτουργικών πρακτικών ενισχυμένης πλειοψηφίας – φτάσαμε να συμφωνήσουμε σε μια διαδικασία όπου το 50% των αδιεξόδων θα λύνεται με επικράτηση της άποψης της μειοψηφίας δια της μεθόδου της κλήρου. Αντί η κοινοτική μειοψηφία να κατοχυρώνεται μέσω ασφαλιστικών δικλείδων - και σε περιορισμένο αριθμό θεμάτων - ώστε να μην της επιβάλλεται πάντα η θέση της πλειοψηφίας, της δίνεται το δικαίωμα να ελπίζει ότι οδηγώντας τα θέματα στο αδιέξοδο, στο 50% των περιπτώσεων θα μπορεί να επιβάλλει τη δική της θέληση, επί της πλειοψηφίας.

Η βιωσιμότητα και η λειτουργικότητα του κράτους συνδέεται με την παρουσία των Τουρκικών εγγυήσεων και του στρατού ως εργαλεία εξάσκησης ασφυκτικής επιρροής της Άγκυρας επί των Τουρκοκυπρίων. Αυτή η επιρροή θα λειτουργεί ως «ενισχυτής αδιαλλαξίας» μετατρέποντας την Τουρκοκυπριακή κοινότητα και την ηγεσία της, την πέμπτη φάλαγγα της Τουρκικής πολιτικής στο ομοσπονδιακό κράτος. Η διάλυση του κράτους ως απειλή, θα λειτουργεί ως μοχλός πίεσης για την Ελληνοκυπριακή πλειοψηφία. Εάν μάλιστα δεν επιλυθεί ικανοποιητικά το θέμα της διασφάλισης της συνέχισης της Κυπριακής δημοκρατίας οι Έλληνες Κύπριοι και οι μετριοπαθείς Τούρκοι της Κύπρου θα ζουν στο διηνεκές με το Τουρκικό πιστόλι στον κρόταφο.

2) Στα θέματα της ιθαγένειας και των εποίκων έχουμε από τη μια τη θετική προσπάθεια να διασφαλιστεί ότι θα σταματήσει ο εποικισμός με την κατοχύρωση της αναλογίας 4:1 αλλά δεν μπορούμε να μην σημειώσουμε ότι μέσω αμφίβολης αξιοπιστίας αριθμητικών παραδοχών νομιμοποιούνται αυτόματα και πριν από την εφαρμογή της λύσης, όλες οι παράνομες πράξεις παραχώρησης της υπηκοότητας του ψευδοκράτους ήτοι τουλάχιστον 80 μέχρι 90 χιλιάδες έποικοι. Απομένει να διασφαλιστεί ότι οι υπόλοιπες περί τις 150 χιλιάδες έποικοι που κατοικούν σήμερα στα κατεχόμενα, υπό το καθεστώς προσωρινής παραμονής, θα επιστρέψουν στην Τουρκία. Υπενθυμίζω ότι στο τελικό σχέδιο Ανάν 5 περιλαμβανόταν πρόνοια για χρηματοδότηση της επιστροφής των εποίκων στην Τουρκία. Αν δεν διασφαλιστεί ότι οι άνθρωποι αυτοί το συντομότερο θα επιστρέψουν στη χώρα τους (ορισμένοι από αυτούς βρίσκονται ήδη 10 χρόνια στην Κύπρο) τότε θα συνιστούν μια μόνιμη δημογραφική απειλή. Σημειώνεται ότι η σύγκλιση της αναλογίας 1:4 έχει διάρκεια ζωής μόνο 15 χρόνια. Αν αυτοί οι άνθρωποι μέχρι τότε δεν θα έχουν επιστρέψει στην Τουρκία δεν θα μπορεί κανείς να τους αρνηθεί τη νομιμοποίηση αλλάζοντας δραματικά τα δημογραφικά δεδομένα. Οφείλω επίσης να σημειώσω ότι η εξασφάλιση του 1:4 προϋποθέτει κατοχύρωση ως πρωτογενές δίκαιο γεγονός, που διαβρώνει το επιχείρημα μας ότι δεν δεχόμαστε μόνιμες παρεκκλίσεις και πρωτογενές δίκαιο. Αυτή είναι ίσως η μοναδική μόνιμη παρέκκλιση που θα πρέπει να επιδιώξουμε και να πετύχουμε.

3) Σε ότι αφορά τη συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας σημειώνουμε καταρχήν ως θετικό το γεγονός ότι όλες σχεδόν οι πολιτικές δυνάμεις συνεκτιμούν τη σημασία και την αξία της, έναντι της παρθενογένεσης που εισήγαγε το σχέδιο Ανάν και της απαίτησης των Τούρκων για δημιουργία νέου συνεταιρισμού από δυο συνιστώντα κρατίδια ή μέρη. Όμως φαίνεται να υπάρχει διαφωνία στη μέθοδο και στα μέτρα που θα κατοχυρώνουν ότι η «νέα κατάσταση πραγμάτων» θα αποτελεί τη νόμιμη συνέχεια του κράτους που δημιουργήθηκε το 1960 και συνέχισε μέχρι σήμερα αδιαλείπτως τη διεθνή του παρουσία. Εμείς προτείνουμε μέτρα όπως τη σαφή αναφορά στη συμφωνία, την τροποποίηση του Συντάγματος από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, τη διατήρηση των συμβόλων της Κυπριακής Δημοκρατίας π.χ. της σημαίας και του θυρεού (πχ Γερμανία, Βέλγιο, ΙΡΑΚ) κ.ο.κ.

4) Όσον αφορά την κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σημειώνουμε την πρόοδο που επιτεύχθηκε λόγω του γεγονότος ότι η Κύπρος είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2004.  Υπό αυτήν την έννοια όσοι από εμάς ζητούσαμε να πετύχουμε την ένταξη και μετά να επιδιώξουμε τη λύση του Κυπριακού, πρέπει να νιώθουμε δικαιωμένοι. Από την άλλη όμως ανησυχούμε βέβαια γιατί φαίνεται να έχουν γίνει αποδεκτοί περιορισμοί στα Ευρωπαϊκά εκλογικά δικαιώματα (σε μόνιμη βάση) και στο δικαίωμα της εγκατάστασης (ευτυχώς ως μακράς μεν διαρκείας αλλά προσωρινής μορφής περιορισμός). Το πλέον ανησυχητικό σε ότι αφορά την εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι οι παράλληλες συνθήκες που καθιστούν ουσιαστικά ανεφάρμοστα τα ανθρώπινα δικαιώματα αφού τίθενται ανυπέρβλητα εμπόδια όπως η γλώσσα, η αστυνομία, το σύστημα υγείας κλπ. Για όσους προβάλλουν τη θεωρητική κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσω των συγκλίσεων Αναστασιάδη – Ακιντζί υπενθυμίζω τι έλεγε ο Νιχάτ Ερίμ από το 1956: «Η Τουρκία πρέπει μέχρι τέλους να διατηρήσει τις αξιώσεις της. Πρέπει να λεχθεί ότι σε περίπτωση κατά την οποία θα της αποδοθεί η Κύπρος, ο λαός της θα απολαμβάνει ίσων δικαιωμάτων δίχως διάκριση θρησκεύματος, φυλής και οικογενειακής καταγωγής». Ακριβώς όπως συμβαίνει σήμερα στην Τουρκία...

5) Η επανένωση του λαού της κοινωνίας και της οικονομίας θα συναντήσει εμπόδια και δυσκολίες. Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και ο Ακιντζί εγκατέλειψαν τη σύγκλιση Χριστόφια – Ταλάτ για κοινά ή συνδεδεμένα συστήματα κοινωνικών ασφαλίσεων, υγείας, φορολογίας, εργατικού δίκαιου κ.ο.κ.  Οι δυο οικονομίες θα βρίσκονται «σε συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού μεταξύ τους», αφού βεβαίως εξασφαλιστούν συγκεκριμένα πλεονεκτήματα για τη μια εξ αυτών (όπως π.χ. μεγαλύτερο μερίδιο από τα έσοδα του φυσικού αερίου, τα Ευρωπαϊκά αναπτυξιακά πρόγραμμα, τα έσοδα του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού κ.ο.κ).

6) Στην κατοχύρωση του δικαιώματος περιουσίας παρουσιάζεται ως πρόοδος η αναγνώριση των επισήμων τίτλων ιδιοκτησίας της Κυπριακής δημοκρατίας. Και είναι βεβαίως πρόοδος από την εποχή του γερό-Ντεκτάς που δεν αναγνώριζε τους τίτλους ιδιοκτησίας των Ελληνοκυπρίων (και των Τουρκοκυπρίων βεβαίως) προσφυγών και ιδιοκτήτων γης στα κατεχόμενα ή του συντρόφου Ταλάτ που εισηγήθηκε δημιουργία FUND στη διαχείριση του οποίου θα περνούσαν οι περιουσίες.  Απομένουν όμως να συμφωνηθούν τα κριτήρια βάση των οποίων θα αποφασίσουν οι επιτροπές περιουσιών. Τα όσα ακούμε για την επιλεκτική αναφορά σε αποφάσεις του ΕΔΑΔ, για το κριτήριο του «συναισθηματικού δεσμού», της «σημαντικής βελτίωση της περιουσίας» κ.ο.κ., είναι εξαιρετικά ανησυχητικά. Άποψη μας είναι ότι τα θέματα αυτά δεν μπορούν να αφεθούν στην «εποικοδομητική ασάφεια» των έωλων και συχνά αντικρουόμενων αποφάσεων του ΕΔΑΔ. Πρέπει να υπάρχουν σαφή κριτήρια που να διευκολύνουν τους νόμιμους ιδιοκτήτες και τους παράνομους χρήστες να αντιληφθούν τι τους επιφυλάσσει η εφαρμογή της συμφωνίας λύσης.

7) Το ζήτημα των περιουσιών έχει σχέση με τις αποζημιώσεις και την οικονομική πτυχή της συμφωνίας. Το 2004 πολύ λίγο ασχοληθήκαμε με αυτό το θέμα. Υπήρχε η αφελής εντύπωση ότι θα βρίσκαμε δωρητές να αναλάβουν το κόστος. Σε εκείνες τις εποχές – πριν την παγκόσμια οικονομική κρίση – οι δωρητές υπολογίστηκαν ότι θα μπορούσαν να προσφέρουν μέχρι 4 δις δολάρια. Σήμερα υπολογίζεται ότι ούτε τα μισά δεν θα μπορέσουν να συγκεντρωθούν. Τα οικονομικά της συμφωνίας – με ένα υπολογιζόμενο αρχικό κόστος αποζημιώσεων και αναγκαίων έργων να αγγίζει τα τριάντα δισεκατομμύρια τουλάχιστον (άλλοι μιλούν για τα διπλάσια) – μετά την πικρή εμπειρία της κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος και των δημοσιονομικών της Κυριακής Δημοκρατίας, καθίστανται κρίσιμα και καθοριστικά. Η Κύπρος το 2004 δεν ήταν στην ευρωζώνη και στο σύμφωνο δημοσιονομικής συμμόρφωσης. Υπάρχουν ανοικτά θέματα με τα χρέη του ψευδοκράτους στην Τουρκία και με τις Τουρκοκυπριακές τράπεζες. Υπάρχουν βάσιμοι φόβοι ότι θα χρειαστεί νέος διεθνής δανεισμός ενώ θα χρειαστεί να χρησιμοποιηθούν τα αναμενόμενα κέρδη από το φυσικό αέριο μετά το 2025.

Όπως είπα και πιο πάνω, ο κατάλογος των σημειώσεων δεν είναι εξαντλητικός. Υπάρχουν ανοικτά ζητήματα στις εξουσίες, στις διεθνείς σχέσεις, την οικονομία, τα Ευρωπαϊκά θέματα, την αντιπροσώπευση στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κ.ο.κ.

Εμείς ως Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών, δεν στεκόμαστε με αρνητισμό στην προοπτική μιας λύσης, παρά το γεγονός ότι αναγνωρίζουμε ότι οι οιωνοί δεν είναι ευνοϊκοί. Ο άνεμος δεν είναι ούριος για το καράβι της Κερύνειας.

Το κυριότερο που επιβάλλεται αυτές τις κρίσιμες ώρες είναι να αποφύγουμε «να φαγωθούμε μεταξύ μας».

Δεν θα συμβάλουμε με ακραίες τοποθετήσεις σε ένα πρόωρο διχασμό.

Όμως, τελειώνοντας, θέλω να στείλω ένα προειδοποιητικό μήνυμα προς το λόφο του Προεδρικού: Η απόφαση του Κυπριακού λαού δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Κανένας λαός δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένος, ιδιαίτερα όταν νοιώθει παραμελημένος,  περιφρονημένος και καταπιεσμένος.